Ετικέτες

Διαβάζοντας επιστολές σαν ποίηση

«αν οι εραστές χαμένοι αυτοί, δε θα χαθεί η αγάπη∙

κι ο θάνατος δε θα ’χει εξουσία»

Ντίλαν Τόμας, «Κι ο θάνατος δε θα ’χει εξουσία» (μτφρ. Γ. Μπλάνας)

Ο Ντίλαν Τόμας (1914-1953) θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους αγγλόφωνους συγγραφείς του 20ού αιώνα και σίγουρα ο γνωστότερος Ουαλός ποιητής, από τους ελάχιστα γνωστούς συμπατριώτες του στην Ελλάδα. Ήταν επίσης πεζογράφος (Περιπέτειες στο εμπόριο δέρματος, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Ροές, 1986∙ Προοπτική της θάλασσας, μτφρ. Μιράντα Σταυρινού, επιμ. Αλέξης Ζήρας, εκδ. Πλέθρον, 1994) και θεατρικός συγγραφέας (Κάτω από το γαλατόδασος, μτφρ. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, εκδ. Ερμείας, 1972/1990).

Το γεγονός πως η ζωή του υπήρξε σύντομη –έληξε μάλιστα αυτοκαταστροφικά, σύμφωνα με τις φήμες, από δεκαοχτώ ποτήρια ουίσκι– έθρεψε τον καλλιτεχνικό του μύθο, όπως και οι αυτόχειρες ποιητές άντλησαν μέρος της καλλιτεχνικής τους μαγείας από την ανεξιχνίαστη ζωή τους. Το πώς πεθαίνει ένας ποιητής ενδιαφέρει ίσως λιγότερο από το πώς έζησε κι αγάπησε, χωρίς κάτι τέτοιο να υπονοεί πως η βιογραφία μπορεί να κριθεί με τους ίδιους όρους που αξιολογείται το έργο.

Οι Ερωτικές επιστολές του Ντίλαν Τόμας (The love letters of Dylan Thomas, Orion Books, 2008), μεταφρασμένες με στυλ από τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη, κινητοποιούν τον αναγνώστη προς δύο κατευθύνσεις: τη μυθοποίηση και την απομυθοποίηση. Γιατί η επιστολογραφία αποτελεί, έστω δειγματοληπτικά, καθρέφτη ορισμένων από τους εσώτατους, και γι’ αυτό ευάλωτους, εαυτούς, που διαθέτουν οι ποιητές (όχι κατ’ ανάγκην ευχάριστους), ταυτοχρόνως, επαληθεύει το ταλέντο τους στη γραφή.

Ένα μέρος του ενδιαφέροντος για τα γράμματα του Ντίλαν Τόμας οφείλεται στον τρόπο που ο ίδιος αποκαλύπτει (ή προδίδει) πολλά από τα αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα του. Στις περισσότερες από τις δεκαέξι επιστολές που έστειλε σε εννέα διαφορετικές γυναίκες (συμπεριλαμβανομένης της σύζύγου του Κέιτλιν Μακναμάρα) χτίζει το πορτρέτο ενός άντρα γεμάτου φοβίες, ανασφάλεια, ορμή, μελαγχολία, γκρίνια, εγωκεντρισμό και αυτοσαρκασμό. Ωστόσο, η αρνητική ταυτότητα που επιφυλάσσει για τον γεμάτο προσδοκίες αναγνώστη του δεν αποκλείεται να μεταμορφωθεί στα μάτια του σε θετική: εκείνο που διαπρέπει στις επιστολές, ακόμη και σ’ εκείνες όπου ο Τόμας προσποιείται αγάπη (π.χ. προς την Μάργκεντ Χάουαρντ-Στέπνεϊ) είναι η ειλικρίνεια και η αθεράπευτη παιδικότητά του, καθώς και το ξεχωριστό του χάρισμα στη χρήση (και χρησιμοποίηση) των λέξεων.

Έχοντας μια έμφυτη υπερβολή, ο Τόμας υπονομεύει με ύφος την εικόνα του ποιητή, ειδικά εκείνη που ο πολύς κόσμος διατηρεί στις μέρες μας (του αυστηρού, αλαζονικού, αγέλαστου διανοούμενου). Ανάμεσα στις λέξεις του, αφήνει να αναφανούν οι λέξεις που «ήθελε» να διαγράψει. Επιστολές ελεύθερες από την αυτολογοκρισία ή την κριτική, που έλκονται από τη γραφή ως διαδικασία, σαν παιχνίδι εργοθεραπείας. Φλυαρεί σε βαθμό κουραστικό, το μελάνι όμως έπρεπε (για λόγους ψυχολογικούς) να τρέξει. Στο πρότυπο του άκαμπτου ποιητή ο νεαρός Τόμας αντιτάσσει τον γνήσια πληθωρικό, πάντα ανικανοποίητο καλλιτέχνη.

«Μοιάζω μια ζωή να παραπονιέμαι για το ότι δεν μπορώ να ταιριάξω τη διάθεση των επιστολών μου με τη διάθεση του αποσαθρωμένου κόσμου που με περιβάλλει. Σήμερα παραπονιέμαι και πάλι γιατί μια κολασμένη ομίχλη κείται πάνω από το πορθμείο του Λάφαρν, και τα σύννεφα απλώνονται πάνω από τον μελωδό ουρανό –τι εξεζητημένη μεταφορά– σαν σεντόνια προστατευτικά πάνω σ’ ένα πιάνο» (σ. 47).

Στην περίπτωσή του ο θάνατος μοιάζει με spleen. «Αλλά, όταν όντως έρχονται οι λέξεις, τις δρέπω τόσο απόλυτα από τους ζωντανούς συσχετισμούς τους ώστε μονάχα ο θάνατος μέσα στις λέξεις ν’ απομένει» (σ. 34).

Δύσκολα βρίσκει κανείς στις επιστολές, όπως άλλωστε και στα ποιήματά του, αναφορές στο παρόν, σε γεγονότα και πρόσωπα, σχόλια για τον πόλεμο και την κοινωνικοπολιτική ατμόσφαιρα. Δεν είχε το προφίλ ενός ποιητή που επιθυμεί, όπως λόγου χάρη ποθούσε ο Μαγιακόφσκι, ν’ αλλάξει τον κόσμο ή ν’ αντιταχθεί στην παράδοση. Και μια που μιλάμε για ερωτικές επιστολές, δύσκολα ανιχνεύονται στην προσωπικότητά του στοιχεία ανδρισμού, τον οποίο η παραδεδομένη, αν μη τι άλλο, αισθητική έχει καλλιεργήσει. Για παράδειγμα, ο Ντίλαν Τόμας επικροτεί την Πάμελα Χάνσφορντ Τζόνσον, τον πρώτο του έρωτα, που δεν γράφει ποιήματα για τον πόλεμο και, σ’ ένα άλλο σημείο, σε στιγμή έξαρσης, διαφοροποιεί τον εαυτό του από τις κομμουνιστικές ιδέες και την εφαρμογή τους (σ. 42). Παρέμενε, όπως έλεγε, Βρετανός με όψη Ρώσου (σ. 30).

Τον Τόμας απασχολούσε ο αφανής κόσμος, η γλώσσα, η μουσική, η αίσθηση, το απόσταγμα των πραγμάτων – με λίγα λόγια η εξωστρεφής εσωστρέφεια. «Αλλά βλέπεις ότι τη μέρα την κάνω μια μέρα λογοτεχνική και πάλι» (σ. 52).

Οι επιστολές που έστειλε ο Τόμας στην Τζόνσον είναι οι σημαντικότερες του βιβλίου γιατί πέρα από ερωτικές είναι και ποιητικές. Είναι σύγχρονα γράμματα ανάμεσα σε δύο νέους ποιητές, οι οποίοι συζητούν για τη γραφή, την ιδιοσυγκρασία, τη μαθητεία, την (αυτο)κριτική, την προβολή και τη δημοσίευση∙ είναι μια συνομιλία ανάμεσα σε δύο ανήσυχους νέους που πρωτοσυναντήθηκαν εξαιτίας του πνευματικού τους προσανατολισμού και που κατάφεραν να συντηρήσουν για κάποιο διάστημα, με όπλο τις λέξεις και μόνο, τον έρωτα από απόσταση. Τον έρωτα που ήταν κάποτε ιδεολόγημα και στάση ζωής. Δεν είναι τυχαίο που οι επιστολές αυτές καλύπτουν χρονικά την πιο δημιουργική ποιητική περίοδο του Ντίλαν Τόμας, όταν ήταν μονάχα 18-20 ετών.

Εφόσον, όπως έγραψε, πολύ σωστά, ο ίδιος «Ένα ποίημα είναι η πιο επίπονη και αχάριστη πράξη δημιουργίας» (σ. 34).

Η παραπάνω κριτική δημοσιεύτηκε στην Αυγή (29/06/2010)