Ετικέτες

,

«Όπως τα ζώα φέρσου όπως τα ζώα γίνου…»

Ο Γιώργος Καλοζώης στην Κλίση του ρήματος (Φαρφουλάς, 2009), το πέμπτο στη σειρά ποιητικό του βιβλίο, διατηρεί το προσωπικό του ύφος, που γνωρίσαμε τόσο στη Μετατόπιση της γης (Γαβριηλίδης, 2005), αλλά κυρίως στον Ανάποδο κόσμο (Γαβριηλίδης, 2000), το οποίο του είχε χαρίσει το Κρατικό Βραβείο Ποίησης Κύπρου. Είχαν προηγηθεί Η πρώτη δολοφονική απόπειρα κατά του Μακαρίου και οι Μεταμορφώσεις, και τα δύο τυπωμένα στη Λευκωσία και εκτός εμπορίου. Ο αναγνώστης είναι καλά προετοιμασμένος λοιπόν για μια «ημιανθρώπινη κατάσταση», όπου ό,τι περιγράφεται ενδέχεται να μην έχει συμβεί στ’ αλήθεια, αλλά είναι στα σίγουρα αληθινό.

Ο ποιητής, έχοντας επωμισθεί το ρόλο του μάρτυρα, αφηγείται ποικίλες προσωπικές και συλλογικές εμπειρίες, μάλλον τραυματικές. Τα βιώματα όμως φιλτράρονται μέσα από τη φαντασία, αποκτώντας έτσι μια οραματιστική διάσταση, ενώ η συναισθηματική τους ένταση, που απειλεί εκ φύσεως κάθε έντιμο ποίημα, χαλιναγωγείται με τη συνδρομή ενός αξιοπρόσεκτα πλούσιου λόγου, που μπορεί και συνδυάζει την καθημερινή γλώσσα με τη λόγια, ανάλογα με τις περιστάσεις. Ο Καλοζώης δεν διστάζει να αξιοποιήσει στοιχεία της κυπριακής διαλέκτου, τόσο για λόγους μετρικούς όσο και γιατί εξυπηρετούν καλύτερα το περιεχόμενο.

Τα βιώματα στην Κλίση του ρήματος αδιαφορούν για τη χωροχρονική τους κανονικότητα, απωθούν το κυριολεκτικό κομμάτι που συνιστά το ρεαλισμό τους. Αντλούν τον ανθρωπινό τους χαρακτήρα από τον παραμορφωτικό φακό της μνήμης, τις διδαχές της ιστορίας, το φόβο ή τη δυσαρέσκεια για τα επερχόμενα, την αντίσταση στη ζωή εκείνη που εισηγείται τη ναρκωμένη λήθη, την απάθεια, το κέρδος, τη ματαιοδοξία. Τα ποιήματα ξεχωρίζουν γιατί φαίνεται να υιοθετούν τεχνικές όπως ο μαγικός ρεαλισμός, γνώριμες κυρίως από την πεζογραφία. Παράλληλα απηχούν και εξελίσσουν το μετα-υπερρεαλιστικό κλίμα της ποίησης του Σαχτούρη.

«Στρουθία χερσαία / πέρασαν από μπροστά μου / τα τελευταία έκλιναν / στα φορητά τετράδιά τους / τη λέξη όλλυμι / για ποιες εξετάσεις προετοιμάζονταν / κι ενώ απορούσα / φάνηκε γυναίκα πίσω τους γνωστή / […] / κι ούτε με γνώρισε / όπως δεν γνωρίζουν το χρήστη τους / τα πράγματα / κι ούτε μου μίλησε / τα μάτια της ήταν γυάλινα / κι ούτε με κοίταξε γιατί ο / κάβουρας είχε χαρίσει τα μάτια / της στ’ αγόρια του να / παίζουν μπίλιες έξω στην / αυλή του Δημοτικού / κατά τα διαλείμματα» («Η κλίση του ρήματος»).

Το εφιαλτικό τοπίο στη σύγχρονη ποίηση θεωρείται πια σχεδόν δεδομένο. Ο Καλοζώης φαίνεται όμως να αποφεύγει συνειδητά την εξεικόνισή του με την τακτική του εκφοβισμού και του τρόμου. Στα ποιήματα συναντούμε ανθρωπόμορφα ζώα κι ανθρώπους ημιθανείς που δρουν σε ένα προϊστορικό βουκολικό πεδίο σύγχρονων προβληματισμών. Η στάση του ποιητή απέναντι στα πράγματα δεν είναι σε καμία περίπτωση παθητική. Δεν είναι απλώς αυτόπτης μάρτυρας, συμμετέχει σε αυτά.

«…κι είπα να πάω να βοηθήσω / ήταν το θέρος και η ζέστη / θέριευε κι οι μύγες που / αγαπώ χυμούσαν οι πρασινόμυγες / κι εκεί που βγαίνει στον άνθρωπο η φωνή / ακούμπαγαν / […] / κι ούτε που έφυγαν ποτέ / όπως φεύγουν αυτοί που έρχονται / […] / κι ούτε που έφυγαν / ποτέ όπως φεύγουν από / τον άνθρωπο οι πόνοι / μ’ εγχείρηση μ’ εξέταση / με χάπια με ανάλυση / […] / κι ούτε που έφυγαν ποτέ / όπως φεύγει ο Θεός όταν / μπαϊλντίσει απαυδήσει αδικηθεί» («Ο μονόλογος της αράχνης»).

Σε κάποια σημεία η εκτενής αφηγηματικότητα λειτουργεί εις βάρος της στοχαστικότητας, ωστόσο το ποίημα στις καταληκτικές του αράδες επιβραβεύει. Επιπλέον, οι αμφισημίες από την απουσία σημείων στίξεως στρέφουν το ενδιαφέρον του καλού αναγνώστη προς ένα «μαύρο» παιχνίδι νοημάτων, που πρωταγωνιστεί σε μια γκροτέσκα συχνά ατμόσφαιρα μυστηρίου.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Poetix, άνοιξη 2010, τεύχος 3.

Advertisements