Ετικέτες

,

Ακροβασίες στη Νέα Υόρκη

Δύο μέρες πριν από την παραίτηση του Ρίτσαρντ Νίξον, ένας ακροβάτης ανεβαίνει στο ψηλότερο τότε κτιριακό σημείο του πλανήτη και εκτελεί ασκήσεις ισορροπίας πάνω στο τεντωμένο σχοινί που συνδέει τους νεόδμητους Δίδυμους Πύργους των εκατόν δέκα ορόφων. Ένα ετερόκλητο πλήθος, ο κόσμος της αμερικανικής μεγαλούπολης, παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις κινήσεις του απότολμου σχοινοβάτη, περιμένοντας από λεπτό σε λεπτό την αναπόδραστη, όπως θεωρεί, υποταγή του στο νόμο της βαρύτητας.

Έτσι καλωσορίζει τον αναγνώστη του ο Ιρλανδός συγγραφέας Κόλουμ ΜακΚαν (1965) στο μυθιστόρημα Κι άσε τον κόσμο τον μεγάλο να γυρίζει, το οποίο απέσπασε το Μεγάλο Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας των ΗΠΑ (2009) και το Ambassador Book Award (2010). Σε σχέση με το προηγούμενό του βιβλίο Ζόλι, που αφηγείται την πολυτάραχη ζωή μιας τσιγγάνας τη δεκαετία του ’30, το Κι άσε τον κόσμο… είναι φιλόδοξο: εδώ ο κορμός της μυθοπλασίας δεν είναι μια ιστορία-ντοκουμέντο. Η αφήγηση, εξαιτίας των ισχυρών συμβολισμών της, άπτεται περισσότερο της σύγχρονης πραγματικότητας. Ο ΜακΚαν είναι αντιμέτωπος πια με την πρόκληση να διηγηθεί μέσα από το φίλτρο σύνθετων ηρώων σαν τη Ζόλι πολλές εμπειρίες μαζί.

Από το πολυφωνικό αυτό βιβλίο αναδύεται η ζωή δέκα νέων κύριων προσώπων που διασταυρώνονται με αφορμή τη χαλαρή σύνδεσή τους με τον ακροβάτη. Ο Ιρλανδός μεταμοντέρνος καλόγερος Κόριγκαν πεθαίνει σε αυτοκινητιστικό με τη μαύρη πόρνη Τζάζλιν στο Μπρονξ. Μητέρες στο Παρκ Άβενιου, που έχασαν παιδιά στον πόλεμο του Βιετνάμ, δεν μπορούν παρ’ όλα αυτά να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Η κόρη τής Τζάζλιν ξεγλιστρά αναπάντεχα από την ορφάνια και τον πληρωμένο έρωτα, τη μοίρα που της κληροδότησε η μητέρα της.

Αυτές είναι μονάχα κάποιες από τις φαινομενικά ασύνδετες ιστορίες. Όλες εκτυλίσσονται σπειροειδώς και συμπλέκονται αριστοτεχνικά σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης, ενόσω ο ακροβάτης, σύμβολο της συγγραφικής πρόθεσης, περπατάει, χοροπηδάει και τρέχει στο σχοινί δοκιμάζοντας τα όριά του. Προκαλεί τη χλεύη, την οργή, το φόβο – ένα ολόφρεσκο σώμα έτοιμο να φωτογραφηθεί και να αποτελέσει αντικείμενο δημοσιότητας.

Επειδή η Νέα Υόρκη είναι «μια πόλη αδιάφορη ως προς την ιστορία». Επειδή κινείται «πρόσω ολοταχώς» και το μόνο που της μένει είναι να γοητεύεται από τα θεάματα εφόσον αυτά σπάνε το τέλμα της καθημερινότητας. Επειδή ένας θαρραλέος αρτίστας που φιγουράρει ανάμεσα σε δύο αστραφτερά μεγαθήρια, είτε διαπνέεται από κάποιο όραμα είτε όχι, εάν δεν πέσει, μπορεί να γίνει άγαλμα, μύθος. Επειδή η ζωή συντελείται με πινελιές εφήμερης ομορφιάς, που, όσο τραγική κι αν είναι, αξίζει να υπάρχει, γιατί ο κόσμος συνεχίζει να γυρίζει.

Ο ΜακΚαν, ακροβατώντας κι ο ίδιος στην ιδέα της ομορφιάς, αξιοποιεί, συμβολικά και διαδραστικά, δύο ιστορικές συγκυρίες. Μια πτώση πολιτική (σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ και την ιστορική παραίτηση Αμερικανού προέδρου) και μια προσωπική (το κατόρθωμα του σχοινοβάτη Φιλίπ Πετί), κατευθύνοντας τη γραφή προς ό,τι μοιραία βρίσκεται ανάμεσα· οι μετανάστες και κατατρεγμένοι, η κινούμενη πραγματικότητα, η αδιάκοπη πάλη με το έγκλημα, τον πόνο και το θάνατο. Πίσω από τις κατασκευασμένες ιστορίες κρύβεται η διάσωση του εγκλωβισμένου πεθερού τού συγγραφέα στους Δίδυμους Πύργους την 11η Σεπτεμβρίου.

Εντούτοις, γράφει συναισθηματικά και ηθικά αποστασιοποιημένος, ποντάροντας στην αισθητική: από άποψη πλοκής, στην απρόβλεπτη αλληλεπίδραση γεγονότων και χαρακτήρων, από άποψη λογοτεχνικότητας, στον ταχυδακτυλουργικό συνδυασμό ποικίλων γλωσσικών και υφολογικών φαινομένων (η δίκη της Τζάζλιν και της μητέρας της είναι για παράδειγμα ξεκαρδιστική). Αξιοποιεί ένα αμάλγαμα εθνικών, κοινωνικών, θρησκευτικών ταυτοτήτων, του οποίου το κοινωνιολογικό ή διδακτικό περιεχόμενο προτιμά να προσπεράσει με τον νατουραλισμό: αυτή ήταν (και είναι;) η νεοϋορκέζικη πραγματικότητα.

Προς μια υπέρβαση

Τη μεγάλη και μικρή ιστορία συνδέει ένας κοινός παρονομαστής. Η αναζήτηση της προσωπικής ελευθερίας, μια συνειδητή και πειθαρχημένη, σε κάθε περίπτωση επώδυνη, προσπάθεια απόδρασης από το σώμα. Η σταδιακή αυθυπέρβαση αποτελεί ένα καλό σημάδι για τη συλλογική μνήμη και πράξη.

Ο ΜακΚαν δεν εκμεταλλεύεται το ανθρώπινο δράμα, δεν συζητά την καταναγκαστική, λόγου χάρη, εμπλοκή του ατόμου στο πολιτικό παιχνίδι και σίγουρα δεν προβαίνει σε ηχηρές αντιπολεμικές καταγγελίες. Υπογραμμίζοντας τη μαγεία που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη κατάσταση, τις άπειρες λύσεις στον ανθρώπινο αλγόριθμο, απαλλάσσει το μυθιστόρημά του από τον κίνδυνο της καταβύθισης.

Το 2001 οι δυο Πύργοι θα καταρρεύσουν. Στο βιβλίο, δύο από τους πιο στιβαρούς ήρωες θα πεθάνουν, θα ηττηθούν. Τι απομένει από μια τέτοια εξισορρόπηση πολιτικών και ατομικών συμβόλων; Η μετέωρη κίνηση προς το μέλλον. Ο ΜακΚαν μάς οδηγεί στην πιο οικεία σ’ εμάς Αμερική του 2006. Εκεί και εδώ: «Ο κόσμος γυρίζει. Προχωράμε στα τυφλά. Και είναι αρκετό».

Ο Ιρλανδός συγγραφέας δέχεται φανερά επιρροές, συνδιαλέγεται όμως δημιουργικά με εκλεκτούς προκατόχους. Σε σημεία, δείχνει να λυγίζει μπρος στους ήρωές του, ειδικά τις ηρωίδες, επιτρέποντας να «παρασυρθούν» εν τη ρύμη του λόγου τους, να επηρεάσουν κάπως το αρχιτεκτόνημα – το βίωμα όχι.

Δημοσιευμένο στην Αυγή (2/11/2010)