Η ιστορία είχε τους δικούς της δρόμους

Όταν διαβείς έναν δρόμο, η συνάντηση δεν είναι βέβαιο γεγονός, παρότι οι δρόμοι έχουν φτιαχτεί για να ενώνουν τους ανθρώπους. Μέσα σε αυτό το παράδοξο, που καταλήγει σε κοινωνικό θρίλερ, χτίζει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης το μυθιστόρημά του Ο παλαιστής και ο δερβίσης. Οι λεωφόροι που στρώνει, με φρεσκο-ασφαλτωμένη γλώσσα, συνδέουν εξωτικά τις ανθρωπογεωγραφίες Αθήνας, Θεσσαλονίκης, Σερρών, Ξάνθης, Αδριανούπολης και Κωνσταντινούπολης. Διάφοροι ήρωες, Έλληνες και Τούρκοι, διαβαίνουν τα χαμένα κομμάτια της αχανούς μακροϊστορίας αφήνοντας τα ίχνη τους· αναζητούν να δικαιώσουν, ο καθένας με τον τρόπο του, τα σπαράγματα της προσωπικής τους ιστορίας.

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται ο παλαιστής Τζεμάλ, ένας παιχνιδιάρης Τούρκος γίγαντας, ο «αρχετυπικός φαλλός», που ξυπνά τα πιο πρωτόγονα ένστικτα ανδρών και γυναικών: του καθηγητή Ιστορίας Χρήστου, της σχεδόν νυμφομανούς δημοσιογράφου Μιρέλλας, της άχαρης συζύγου τού Τζεμάλ Τίνας. Η παρουσία του διονυσιακού παλαιστή δεν αφήνει εντελώς αδιάφορο ούτε τον εγκρατή Διονύση, κολλητό του Χρήστου, που, μολονότι λιγότερο επιρρεπής στην περιπέτεια, διαθέτει εσωστρέφεια ικανή να κινήσει τα νήματα της σκοτεινής αφήγησης. Κατά μία έννοια, ο Διονύσης είναι και ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, καθώς γράφει ένα μυθιστόρημα το οποίο περικλείει τις ιστορίες των υπόλοιπων ηρώων, είτε αυτές είναι αληθινές είτε όχι. Μυθιστόρημα που επιδιώκει να είναι πειστικό όχι ως προς τον ρεαλιστικό και αληθοφανή του χαρακτήρα, μα ως προς τη λογοτεχνική του εγκυρότητα.

Μυθιστόρημα που θα υπερβαίνει την ιστορία και τη ζωή όπως ένας δερβίσης ανυψώνεται με μυστικούς χορούς πάνω από την εγκόσμια επιθυμία.

Αντιστοίχως και ο Γρηγοριάδης δεν παραδίδεται στις ευκολίες του εύπεπτου.  Αν και επιλέγει θέματα άμεσα προσπελάσιμα από τον Έλληνα αναγνώστη, δεν γράφει ούτε μανιφέστο υπέρ της ελληνοτουρκικής φιλίας ούτε υψώνει τη σημαία της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Προσφέρει στον υποψιασμένο αναγνώστη τη λογοτεχνική ανάταση που επιζητεί. Ενίοτε σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται. Δεν δίνει όμως απαντήσεις, αφήνει την πλοκή να εκτυλιχθεί προς αρκετές μυστηριώδεις κατευθύνσεις. Γιατί φαίνεται πως η απάντηση στο αίνιγμα δεν αξίζει όσο ο δρόμος-λύση που επιλέγει για τον εαυτό του ο κάθε αναγνώστης. Ο δρόμος της αφήγησης μπορεί να μην είναι γραμμικός, όμως δεν είναι κατ’ ανάγκην δύσβατος, εφόσον ο συγγραφέας υπονομεύει συνειδητά τη στρέιτ αφήγηση χωρίς να την αποδομεί.

Ο Γρηγοριάδης γράφει ένα μυθιστόρημα με αισθησιακή τέρψη συνοδευόμενη από ειρωνικούς, σκανδαλώδεις κοινωνικούς απόηχους· με πολιτικό προβληματισμό που επικεντρώνεται στον δυστυχώς οικείο πια σ’ εμάς πατριωτικοεθνικισμό· με καλλιτεχνικές ευαισθησίες σχετικά με τον παρεξηγημένο ρόλο μέρους της σύγχρονης λογοτεχνίας, όπως τον καπηλεύονται τα μίντια και οι ανάγκες εμπορικότητας.

Κανένα από τα παραπάνω φλέγοντα ζητήματα δεν τίθεται ανοιχτά, κι αυτό άλλωστε μοιάζει να αποτελεί το στοίχημα της πραγματικής λογοτεχνίας. Τα πανηγύρια και οι παλαίστρες κάθε μορφής, εντός και εκτός των ελληνικών συνόρων, αποτελούν το κατάλληλο αντίδοτο. Για το σώμα πρώτα, που συνθλίβεται σε οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα, χαραμίζεται σε παντοειδείς φανταστικές θεωρίες συνωμοσίας, ξεχνώντας πως πάνω και πριν απ’ όλα έχει ανάγκη να αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Δημοσιεύτηκε στα (δε)κατα (τεύχ. 24)