Ετικέτες

,

Η μακάρια ευδαιμονία των ψευδαισθήσεων

«Πείραμα χωρίς προηγούμενο» χαρακτήριζε ο Γάλλος Αντρέ Ζιντ (1869-1951) την Οκτωβριανή Επανάσταση, «που πλημμύριζε την καρδιά μας με ελπίδα και από όπου περιμέναμε τεράστια πρόοδο, μια ανάταση ικανή να συμπαρασύρει ολόκληρη την ανθρωπότητα». Μετά το ταξίδι του στη Σοβιετική Ένωση όμως, το 1936, οι ελπίδες του καταποντίζονταν, κι ανακάλυπτε με πικρία πως το θύμα τού συγκεκριμένου πειράματος ήταν ο Άνθρωπος. «Ναι: δικτατορία, ασφαλώς· αλλά του ενός άνδρα, όχι πια των ενωμένων προλεταριάτων, των Σοβιέτ». Η Σοβιετική Ένωση του μεσοπολέμου αποτελούσε στα μάτια του ένα καθεστώς εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο.

Στο βιβλίο του Επιστροφή από τη Σοβιετική Ένωση, ο Αντρέ Ζιντ καταθέτει τις προσωπικές του σκέψεις «για όσα μπόρεσε να δει», εστιάζοντας, όπως αναφέρει, στα «ψυχολογικά προβλήματα». Ακόμη και οι κοινωνιολογικές ή πολιτικές του παρατηρήσεις, όπως σπεύδει να διευκρινίσει, κατανοούνται κυρίως με ψυχολογικούς όρους. Στις Διορθώσεις στο «Επιστροφή από τη Σοβιετική Ένωση» (1937), ωστόσο, που συμπληρώνουν την παρούσα έκδοση, συζητά με πραγματιστικούς όρους. Παραθέτει σε όσους τον κατηγόρησαν για τις θέσεις του οικονομικά και στατιστικά τεκμήρια, μαρτυρίες και πηγές· επιχειρηματολογεί εναντίον των πρώην συντρόφων του, αλλά υπέρ, όπως πιστεύει, της αλήθειας: «Νοιάζομαι για την αλήθεια· αν το Κόμμα την εγκαταλείψει, εγκαταλείπω πάραυτα το Κόμμα». Και πριν: «Είχα προειδοποιήσει από την αρχή γι’ αυτό το θέμα τους νέους κομμουνιστές φίλους μου: δεν θα γίνω ποτέ ένα ήσυχο μέλος, ένα μέλος βολικό. Οι “διανοούμενοι” που γίνονται κομμουνιστές πρέπει να θεωρούνται από το Κόμμα “ασταθή στοιχεία”».

Ο αναγνώστης έχει στη διάθεσή του έτσι μια πολυποίκιλη από μεριάς του κριτική προσέγγιση της Σοβιετικής Ένωσης. Τρυφερή, από το μάτι του ανθρώπου, αυστηρή, από το μάτι του ερευνητή, το σημαντικότερο, αντικομφορμιστική, από το μάτι του καλλιτέχνη.

Παρότι το παρασκηνιακό καθεστώς ήταν πράγματι ασύλληπτο, ο νομπελίστας Αντρέ Ζιντ ήταν σε θέση να εντοπίσει, στα συμπτώματά του έστω, το σπόρο του κακού. Παρατηρώντας με έκπληξη τη συμπεριφορά τού σοβιετικού λαού σε διάφορες πόλεις, βρίσκει έναν κοινό παρονομαστή και αναρωτιέται: είναι οι ίδιοι άνθρωποι που έκαναν την επανάσταση; Και απαντά με συντριβή: όχι. Υπογραμμίζει πως αυτοί οι άνθρωποι ενεργούν κεκλεισμένων των θυρών, το καθεστώς τούς προστατεύει με μια ψευδή γνώση για τον έξω κόσμο, με την εντύπωση πως οι υπόλοιποι έξω δυστυχούν γιατί δεν έκαναν επανάσταση. Με όπλο επιβίωσής τους τη μακάρια ευτυχία των ψευδαισθήσεων, οι πλείστοι εξαθλιωμένοι (για ένα πακέτο τσιγάρα θα έπρεπε να δώσουν μεροκάματο), διαποτισμένοι από μια αλλόκοτη ευγνωμοσύνη για το μη χείρον, έμοιαζαν καταδικασμένοι σε κάποια εσωτερική εξορία: στερούνταν πνεύμα αμφισβήτησης, είχαν περιπέσει στην αδράνεια. Η αστικοποίηση και ο μικροαστισμός ενέτειναν μια τέτοια σοβιετική αντεπαναστατική κατεύθυνση, μια «πρόοδο» εντός γραμμής, που έλαμπε στις παρελάσεις τής Νεολαίας της, στα αριστουργήματα των συμμορφωμένων καλλιτεχνών, καταβυθιζόταν ωστόσο στις εργατικές εκδουλεύσεις της, στο χαφιεδισμό, στην εξαπάτηση και στην ελίτ του συντηρητισμού. Σε ό,τι ο αντικαπιταλιστής Ζιντ ονομάζει τη μελλοντική «αριστοκρατία του χρήματος».

Τι απέγινε λοιπόν η Ρωσική Επανάσταση; Ο Ζιντ συμφωνεί με τον Μ. Υβόν ότι η Επανάσταση ασχολήθηκε περισσότερο με την υπέρβαση του καπιταλισμού και την προετοιμασία του ανθρώπου για την παραγωγή, παρά για την προσωπική του ευημερία. Μια παραγωγή που ήταν, εκτός των άλλων, γεμάτη κακοτεχνίες, ενώ τα σχολικά βιβλία, η ελεύθερη κατά τ’ άλλα παιδεία, ήταν σε έλλειψη και όλο λάθη. Προσθέτει ότι το σταλινικό καθεστώς αποφάσιζε κυρίως με γνώμονα το φόβο της Γερμανίας αλλά και του τροτσκισμού και πως είχε πρακτικά καταργήσει τη λαϊκή βούληση.

Ο Αντρέ Ζιντ καταγράφει ποικίλα παραδείγματα από την καθημερινή ζωή των Ρώσων του ’36. Σε αρκετά σημεία είναι εμφανές ότι προσπαθεί να αντιμετωπίσει με κατανόηση τον ρωσικό λαό, λαμβάνοντας υπόψη του τις συνθήκες: ο λαός αυτός, που είχε το πορτρέτο του Στάλιν παντού, έμοιαζε μοιρασμένος ανάμεσα στην αγάπη και το φόβο του. Ωστόσο, η απογοήτευση του Ζιντ κλιμακώνεται σε οργή: «Και αμφιβάλλω αν σε κάποια άλλη χώρα σήμερα, ακόμα και στη Γερμανία του Χίτλερ, το πνεύμα είναι λιγότερο ελεύθερο, πιο υποταγμένο, πιο φοβισμένο (τρομοκρατημένο), πιο δουλοπρεπές».

Εντελώς ειρωνικά, στη μισθολογική κλίμακα της Σοβιετικής Ένωσης, ανώτερη θέση, ανάμεσα στους εργάτες και βιοτέχνες, καταλάμβαναν, τα ελεύθερα πνεύματα, οι λογοτέχνες. Το ότι ο ίδιος, μέσα σε λίγους μόνο μήνες, πούλησε στη Σοβιετική Ένωση πάνω από 400 χιλιάδες αντίτυπα των βιβλίων του δεν οφειλόταν στους επαίνους του.

Τι θα γινόταν, άραγε, αν γυρνώντας στο Παρίσι υμνούσε το σταλινικό καθεστώς; Ο Αντρέ Ζιντ είχε μάλλον τη διορατικότητα να κοιτά πέραν της εποχής του.

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή, 12/4/2011

Advertisements