Ετικέτες

,

Το καφκικό τσεκούρι του Λεονίντ Αντρέγιεφ

Πώς θα έγραφε ο Λεονίντ Νικολάγιεβιτς Αντρέγιεφ (Ρωσία 1871- Φινλανδία 1917) αν ήταν τσαρικός ή μπολσεβικικός; Το ερώτημα είναι, βεβαίως, ρητορικό. Σε μια περίοδο θερμών, ευμετάβλητων πολιτικών αλλαγών, που υποχρέωσε αρκετούς καλλιτέχνες να διαλέξουν στρατόπεδο, ο Αντρέγιεφ δεν ανήκε πουθενά· το γεγονός δεν επηρέασε πάντως αρνητικά το λογοτεχνικό του έργο. Λαμβανομένων των συνθηκών, στάθηκε και τυχερός: όχι μόνο δεν κατέληξε αιώνια λησμονημένος, γεύτηκε, όσο πρόλαβε να ζήσει, την αναγνώριση.

Έπειτα από την ένθερμη υποδοχή του από δημοφιλή κριτικό, θεωρήθηκε η αποκάλυψη της ρώσικης λογοτεχνίας, πουλούσε χιλιάδες αντίτυπα και οι κριτικοί τον εγκωμίαζαν. Οι αναγνώστες του, από την άλλη, ανακάλυπταν στο έργο του ηθική τόλμη, απαραίτητο όπλο για την αντιμετώπιση της κοινωνικής υποκρισίας. Φαίνεται, μάλιστα, πως όσο μεγαλύτερη πολεμική δεχόταν από τους εκφραστές του συντηρητισμού, τόσο ευρύτερη αποδοχή εισέπραττε.

Η αναγνώριση από τα στρώματα της υψηλής διανόησης αλλά και από τον λαϊκό Τύπο καθιστά τον Αντρέγιεφ αμφιλεγόμενη περίπτωση. Αν μη τι άλλο συνηθίζουμε σήμερα, φανερά ή μη, να αξιολογούμε το έργο όχι με κριτήριο την ίδια την ποιότητά του μα την ποιότητα των υποστηρικτών του! Η αναγνώριση του Αντρέγιεφ δεν διήρκεσε πολύ (γύρω στα δέκα χρόνια) δίχως κάτι τέτοιο να σημαίνει πως υπήρξε λογοτεχνικός κομήτης. Η πολιτική τότε (ως εξουσία και ως φόβος) θεωρούσε τη λογοτεχνία καθοριστική για τη διάπλαση συνειδήσεων. Υπήρξε απειλητική (όσο είναι ίσως στις μέρες μας η μαζική κουλτούρα), έστω και στη σχετική ουδετερότητά της.

Ο Αντρέγιεφ ήταν σοσιαλιστής, το πεσιμιστικό του λογοτεχνικό έργο ωστόσο δεν αντανακλούσε τα στερεότυπα σοσιαλιστικά ιδεώδη. Εκφράστηκε ενάντια στον τσαρισμό, όπως και στον μπολσεβικισμό, υπήρξε με λίγα λόγια στη ζωή του αμφισβητίας και αρνητής, όχι οπαδός της κατάφασης. Το 1905 φυλακίστηκε και μέσα στην ίδια χρονιά, παραμένοντας στο στόχαστρο, αυτοεξορίστηκε με την οικογένειά του. Εντούτοις, το έργο του, θεατρικό και νουβέλες, με τη νίκη των μπολσεβίκων και μέχρι το θάνατο του Στάλιν, αποσιωπήθηκε. Tη δεκαετία του 1950, αποκαταστάθηκε στη συλλογική μνήμη.

Οι νουβέλες

Αν οι ιστορίες του Αντρέγιεφ «πρόδιδαν» τις ανάγκες τής τότε εποχής, ήταν παρ’ όλα αυτά απόλυτα συμβατές με τον ψυχισμό του. Εκκεντρικός, καταθλιπτικός, με απόπειρες αυτοκτονίας στο καταστατικό του. Έργο και βιογραφία συγκλίνουν, καθρεφτίζοντας στην τέχνη του μια σπάνια εντιμότητα και ειλικρίνεια. Ο Αντρέγιεφ –όπως ίσως και ο δικός μας Βουτυράς– απελευθερώνει τις σκοτεινές και καταπιεσμένες δυνάμεις του εσώτατου ανθρώπινου κόσμου, δίχως κρυπτικά κομπιάσματα, και απογειώνει την αφήγηση με την ενορατικότητα και τη φαντασία. Οι λέξεις του, αποδεσμευμένες από τον πολύ ρεαλισμό και τους απροσπέλαστους συμβολισμούς, τον οδήγησαν στον εξπρεσιονισμό, υπήρξε ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του ρώσικου εξπρεσιονισμού.

Στις νουβέλες της έκδοσης, σε εξαιρετική μετάφραση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ από τα ρώσικα, βλέπουμε τις λέξεις να ίπτανται σχεδόν, σαν εκστατική άλλοτε φαντασμαγορία, κι άλλοτε σαν τα τρομακτικά φαντάσματα των ηρώων.

Ο ήρωας της πρώτης νουβέλας (Εκείνος, 1913) είναι ένας άφραγκος φοιτητής που προσλαμβάνεται ως οικοδιδάσκαλος σε κάποιο απομονωμένο παραθαλάσσιο σπίτι μακριά από την πόλη. Η οικογένεια φαντάζει παράξενη, συμβαίνουν παράδοξα γεγονότα, αλλά δεν γνωρίζουμε κατά πόσο οφείλονται στη «θλιβερή φαντασία» του ήρωα. Σύμφωνα με τους κανόνες ανατροφής του πατέρα, όλοι –παιδιά και προσωπικό– οφείλουν να γελούν συνέχεια με το παραμικρό, παρότι ο αναγνώστης πληροφορείται πως ένα από τα μέλη της, η κόρη, έχει πνιγεί στη θάλασσα. Στο μεταξύ η μητέρα παραμένει άφαντη, μόνο οι νότες της ακούγονται στο πιάνο, ενώ τα ίχνη κάθε διαβάτη στον κήπο σβήνονται καθημερινά. Η αφήγηση κορυφώνεται όταν ο φοιτητής δέχεται τις επισκέψεις Εκείνου, κάποιου σκοτεινού προσώπου, που μόνο ο ίδιος παραδέχεται πως βλέπει. Η ατμόσφαιρα μυστηρίου αλλάζει συνεχώς τους πυρήνες εστίασης, μία από τις οποίες είναι και η υποδόρια κοινωνική κριτική των οικογενειακών ταμπού απέναντι στη θλίψη και στο θάνατο.

Στο Κόκκινο γέλιο (1905), οι αλλαγές εστίασης είναι κυρίως αφηγηματικές και θυμίζουν τις πειραματικές τάσεις του μοντερνισμού. Ο Αντρέγιεφ φλερτάρει με δύο αφηγητές. Ο πρώτος είναι αξιωματικός του ρώσικου στρατού, αυτόπτης μάρτυρας του ρωσοϊαπωνικού πολέμου του 1904. Επιστρέφει ζωντανός από τον πόλεμο, που του στοίχισε το πόδι, η αναπηρία του όμως είναι περισσότερο πνευματική και ψυχική. Έχοντας βιώσει την απόλυτη φρίκη, γράφει μετά μανίας, άυπνος, μέχρι τελικής πτώσεως. Μετά το θάνατό του, την ιστορία της τρέλας αναλαμβάνει να εξιχνιάσει ο αδερφός του, που αποτελεί τον αυτόπτη μάρτυρα των επιπτώσεων του πολέμου. Μέσω του δεύτερου και νηφαλιότερου αφηγητή, επιβεβαιώνεται, δεν συσκοτίζεται, η αλήθεια: ο πόλεμος καταστρέφει τον άνθρωπο. Το κόκκινο γέλιο, δοσμένο παραστατικά, είναι αποτρόπαιο σαν μεταδιδόμενος εφιάλτης. Εμφανίζεται όπου υπάρχει πληγή, και δεν αποτελεί απλώς, όπως στη νουβέλα Εκείνος, κοινωνικό προσωπείο. Είναι η ανίατη αρρώστια της εποχής, την οποία ο Αντρέγιεφ δεν δίστασε στη ζωή του να καταγγείλει.

Η επιλογή των συγκεκριμένων ιστοριών για την έκδοση είναι θεματικά επιτυχημένη και η μη τοποθέτησή τους σε χρονολογική σειρά εξυπηρετεί την αναγνωστική απόλαυση. Ηδονή και οδύνη συμπλέουν στο τρικυμιώδες σώμα του κειμένου, που, σαν ανθρώπινο, αντιπαρέρχεται το παραλήρημα της προσωπικής ενηλικίωσης πρώτα, κι έπειτα τον παροξυσμό του διαχρονικού και αθεράπευτου παγκόσμιου παραλογισμού.

Οι νουβέλες του Λεονίντ Αντρέγιεφ είναι καφκικό τσεκούρι, που κόβει τους καιρούς στα δυο.

Δημοσιευμένο στην Αυγή 11-10-2011

Advertisements