Ετικέτες

Απόψε το εργοστάσιο είναι ένα πειθαρχημένο φυτό θερμοκηπίου.

Εκατοντάδες μηχανές βουίζουν ρυθμικά.
Αταραξία ρυθμού. Φωνή των ντεσιμπέλ.
Νύχτ’ αποκοιμισμένη στις επιφάνειες των μετάλλων.
Παρατημένοι γερανοί. Δεν έχουν πια τι να σηκώσουν.
Ούτε καν την ανυποληψία των χειριστών τους.
Έρπουν λευκόπαχoι ατμοί. Τα χημικά υγρά ραντίζουν το σκοτάδι.
Κυλούν στους υπονόμους, της μέρας τα απόβλητα πεπραγμένα.
Υπονομεύουνε την ηθική της νύχτας.
Έρπουν τα όνειρα των εργατών της βάρδιας.
Τα μάτια χύνονται σε δάκρυα νοσταλγίας
πάνω στον μαύρο ταινιόδρομο του σπαστήρα.
Όταν θα φτάσουν στις σχάρες διαλογής
όσα δεν έχουν το αναγκαίο μέγεθος θ’ απορριφθούν.

Τι θέλω εγώ σ’ αυτή τη μοναξιά;
Σ’ αυτή την πειθαρχία της στερεομετρίας;
Τι γυρεύω εγώ στη λογική των χημικών ενώσεων;
Εγώ δεν έχω χέρια καλώδια
ούτε δάχτυλα ηλεκτρόδια.
Δεν έχω φωνή ανοξείδωτη
έχω μια γλώσσα ασύδοτη.
Δεν έχω δόντια εξωλκείς
σε γραμμή παραγωγής.

Εγώ βρίσκομαι σε θερμοκρασία τήξεως
σε στάση ερωτικής περιπτύξεως
και χωρίς σημεία στίξεως.

 

από τη συλλογή Πτωχόν Μετάλλευμα (έκδοση του περιοδικού Εμβόλιμον, 1990)

Advertisements