Ετικέτες

,

ΕΝΡΙΚΕ ΒΙΛΑ-ΜΑΤΑΣ, Δουβλινιάδα, μετάφραση από τα ισπανικά: Ναννά Παπανικολάου, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 308

Ο ήρωας της Δουβλινιάδας Σαμουέλ Ρίβα, πρώην Ισπανός εκδότης λογοτεχνίας και πρώην πότης, ζει εδώ και δύο χρόνια έναν μεγάλο εφιάλτη: τη μετάβαση από την εποχή της τυπογραφίας στην εποχή του Google, ή, όπως προτιμά να λέει ο ίδιος, τη «διαδρομή που πάει από τον πλούτο ενός Ιρλανδού στην εσκεμμένη πενία του άλλου […], από την ύπαρξη του ιερού (Τζόυς) στη σκοτεινή εποχή της εξάλειψης του Θεού (Μπέκετ)». Η τύχη της λογοτεχνίας τον επηρεάζει βαθύτατα σαν παρακμή του κόσμου, τον επηρεάζει και προσωπικά -η λογοτεχνία των μπεστ σέλερ και η μόδα των γκόθικ μυθιστορημάτων τον οδήγησαν σχεδόν στη χρεοκοπία-, και oι σκέψεις του γύρω από την αλλαγή της τάξης πραγμάτων τον οδηγούν στη θλίψη: το τέλος του εκδοτικού του καταλόγου ισοδυναμεί με το τέλος της ζωής του και το ναυάγιο των κοσμοθεωριών του. Ο Ρίβα είναι πλέον ένας εκδότης-φάντασμα, εγκλωβισμένος στη σχέση του με τους γηραιούς γονείς του, τους οποίους επισκέπτεται μία φορά την εβδομάδα παλεύοντας με την αυτοεικόνα του, και στη σχέση του με τη γυναίκα του Θέλια, η οποία του ανακοινώνει πως θα γίνει βουδίστρια.

Στο μεταξύ ο ίδιος, εγκαταλειμμένος, όπως είναι φυσικό, από όλους τους σπουδαίους συγγραφείς του, κλείνεται σαν χικικομόρι, Ιάπωνας δηλαδή αυτιστικός της πληροφορικής και απομονωμένος μισάνθρωπος, στον υπολογιστή του, ζώντας στο πετσί του τη σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα. Εκεί πείθεται πλήρως για το τέλος της λογοτεχνίας, γιατί στο διαδίκτυο είναι σε θέση να βρει πληροφορίες που τα έντυπα μέσα αδυνατούν να του παρέχουν. Ο εφιάλτης του παρʼ όλα αυτά θα μεταλλαχθεί σε ένα προφητικό όνειρο. Σύμφωνα με το όνειρό του, στις 16 Ιουνίου, ημέρα εορτασμού της ζωής του Τζαίημς Τζόυς -Bloomsday, από το όνομα του πρωταγωνιστή στον Οδυσσέα Λεοπόλδου Μπλουμ-, ο Ρίβα θα διεξαγάγει με τους φίλους του ένα τελετουργικό ταφής τής χρυσής εποχής του Γουτεμβέργιου στο Δουβλίνο. Η ταφή ακολουθεί τα πρότυπα κηδείας του Πάντυ Ντίγκναμ, φίλου του Μπλουμ, στο έκτο κεφάλαιο του Οδυσσέα. Την ιερή εκείνη λογοτεχνική επέτειο ο Ρίβα θα την επισφραγίσει πράγματι με τον μακάβριο θάνατο της λογοτεχνίας, αλλά, στη συνέχεια, όπως και στο όνειρο του, θα επιστρέψει στο αλκοόλ.

«Τι είναι φάντασμα;» ακούει τότε ξαφνικά τον Στήβεν Ντένταλους, λογοτεχνικό alter ego του Τζόυς, να λέει με έξαψη. «Κάποιος που, λόγω θανάτου, λόγω απουσίας, λόγω μεταβολής των ηθών, ξεθώριασε σε κάτι άψαυστο».

Ο αναγνώστης παρακολουθεί τη δραματική διαδρομή του Σάμουελ Ρίβα από τη θλίψη στην ψευδαίσθηση και ξανά πίσω στη θλίψη ενόσω κατορθώνει το «αγγλικό του άλμα». Στις 16 Ιουνίου -όταν ο Τζαίημς Τζόυς βγήκε το πρώτο του ραντεβού με τη μετέπειτα γυναίκα του Νόρα Μπάρνακλ- ο Ρίβα οδηγείται όλο και μακρύτερα από το γάμο του.

Το λανθάνον συναίσθημα του βιβλίου -με λίγο οίκτο και λίγη παρωδία- παραχωρεί τη θέση του στην ενεργή διανόηση, με τον ίδιο τρόπο που ο πρωταγωνιστής Ρίβα απαιτεί από τους αναγνώστες του να έχουν ταλέντο όπως οι συγγραφείς της μεγάλης λογοτεχνίας και οι εκδότες της. «Διότι, ας μη γελιόμαστε, το ταξίδι της ανάγνωσης περνάει πολλές φορές από πεδία δύσκολα που απαιτούν από τον αναγνώστη να διαθέτει την ικανότητα να συγκινηθεί επειδή είναι νοήμων, να έχει τη θέληση να κατανοήσει τον άλλο και να προσεγγίσει μια γλώσσα διαφορετική απʼ αυτήν της καθημερινής τυραννίας».

Η Δουβλινιάδα, στοιχειωμένη από το φάντασμα Ιρλανδών και άλλων σημαντικών συγγραφέων, από τα γραπτά τους, τους φανταστικούς διαλόγους που αποτυπώνονται στο χαρτί σαν αληθινοί, μιλά για τη μοναξιά όχι μονάχα των καλλιεργημένων εκδοτών, αλλά και τη μοναξιά κάθε αναγνώστη ή συγγραφέα που η κακιά ώρα το έφερε να ταυτίσουν τη ζωή τους με την «υψηλή» λογοτεχνία. Είναι ένα βιβλίο που ευκολότερα σε ωθεί στην Οδύσσεια του Ιρλανδού, σε ένα ταξίδι έστω στο Δουβλίνο, ή σε μια καταβύθιση στην ιστορία της λογοτεχνίας και στον μοντερνισμό, και λιγότερο ένα μυθιστόρημα που θα σε κατευθύνει προς το μέλλον της λογοτεχνίας. Η κίνηση γίνεται προς τα πίσω, ίσως και ελαφρώς κυκλικά, προς το παρελθόν και πίσω πάλι στον εαυτό μας. Η Δουβλινιάδα ενσαρκώνει την υγεία αλλά και την αρρώστια του πνεύματος, εγείροντας σημαντικά ερωτήματα σχετικά με την τύχη του εκδοτικού κόσμου σε μια περίοδο οικονομικής, κοινωνικής, υπαρξιακής κρίσης.

Ο συγγραφέας της Δουβλινιάδας Ενρίκε Βίλα-Μάτας (Βαρκελώνη 1948) παραδέχεται μια τέτοια μοναξιά σε συνέντευξή του στο Paris Review τον Ιούνιο του 2011. «Αναζητούμε -αναζητώ- κάτι του οποίου την ταυτότητα αγνοούμε αλλά γνωρίζουμε ότι το έχουμε πια χάσει». Και λίγο μετά προσθέτει: «Το γεγονός ότι γνώρισα το 1996 τον Μπολάνιο σήμαινε ότι δεν θα αισθανόμουν πια μόνος ως συγγραφέας». Σε μια Ισπανία «εγκλωβισμένη στον επαρχιωτισμό και τον παρωχημένο ρεαλισμό», ο Βίλα-Μάτας βρήκε τότε τον εαυτό του ενόσω οι συνάδελφοί του τον αποκαλούσαν, όπως λέει χαρακτηριστικά, περίεργο.

Ο Βίλα-Μάτας γράφει για τους συγγραφείς και για όσους διαβάζουν φανατικά λογοτεχνία. Επιλέγει έτσι ένα δρόμο που δεν συναντά εύκολα ιδανικούς αναγνώστες. Κι αν συναντά, αυτοί είναι σίγουρα λίγοι. Πλάθοντας ωστόσο μια φανταστική πραγματικότητα (στην οποία, θεωρητικά, έχει πρόσβαση ο καθένας από εμάς, γνώστης ή μη) με ρεαλιστικούς όρους και αναπλάθοντας παράλληλα με απλή, σχεδόν επίπεδη, γλώσσα το αφηρημένο, για αρκετούς, παρελθόν της μεγάλης παγκόσμιας λογοτεχνίας, ίσως έχει κερδίσει ένα στοίχημα.

Βρήκε την αναγνώριση σχετικά αργά, το 1985, μετά την έκδοση του πέμπτου του βιβλίου Historia abreviada de la literatura portátil (Σύντομη ιστορία της φορητής λογοτεχνίας), έκτοτε όμως, πολυβραβευμένος και πολυμεταφρασμένος, θεωρείται ένας από τους πιο αξιόλογους ισπανόφωνους συγγραφείς.

Στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις ίδιες εκδόσεις τα βιβλία του: Μπάρτλεμπυ και Σία (2002), Το κάθετο ταξίδι (2004), Η νόσος του Μοντάνο (2006), Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ (2008), Δόκτωρ Πασαβέντο (2010).

Πρώτη δημοσίευση Αυγή (26-2-2012)