Κοχλίας: «Εκεί που αρχίζει η συνείδηση»

Αν ψάχνετε μέσα στον Κοχλία την ίδια την ποιήτρια, δεν θα τη βρείτε. Ίσως αγγίξετε κάποιο από τα μυθολογικά της προσωπεία, αλλά μη βιάζεστε. Μόλις πάτε να το γραπώσετε, θα σας ξεγλιστρήσει με πανουργία. Ο στόχος είναι να σας γραπώσει εκείνο. Αν τα βρείτε σκούρα, οι στίχοι παρέχουν μυστήριες εξόδους κινδύνου. Δεν θα θελήσετε όμως να εγκαταλείψετε την ανάγνωση. Δοκιμάστε καλύτερα να υιοθετήσετε μερικά από τα εννέα ευρήματα: χρησιμοποιήστε λόγου χάρη ένα πριόνι, ή κάντε ένα βήμα μπρος, ή μπείτε στο λαβύρινθο.

Ο Κοχλίας θα σας σώσει, επειδή η δημιουργός του δαιδαλώδους αυτού βιβλίου, μιας περιπετειώδους και παράλληλα αισθησιακής αναπαράστασης του μύθου του Δαιδάλου, είναι τεχνίτης, καλύτερη κι από τον ίδιο τον βυζαντινό «Μαγωδό» της, πρωταγωνιστή του πρώτου της βιβλίου. Λέω τεχνίτης, όχι τεχνίτρα γιατί, με έναν αξιοπρόσεκτο τρόπο, οι μυθολογικοί ήρωες της Ναταλίας Κατσού δεν διαχωρίζονται κατ’ ανάγκην σε φύλα και επιπλέον η ποιήτρια δίνει τον καλύτερό της εαυτό φορώντας τη μάσκα του ευρηματικού Διαδάλου: εδώ οι ήρωες έχουν την ίδια καταγωγή, ζωντανεύουν από το όνομά τους, «ένα όνομα αρχαίο», και με τις λέξεις τους –κυρίως με τις φωνές τους– μας πλησιάζουν σαν κινούμενα αγάλματα.

«η Αριάδνη – άγαλμα

οστέινο κιτρινόχρυσο

ευ-τειχισμένο εντός φωτιστικού σχεδιασμού (design)

κρατώντας δείγμα του άφατου

με τη στιγμή στις αποκεκομμένες κόρες

των οφθαλμών –

εάν είδε, ήταν το μέλλον

στον λυγισμένο αγκώνα και στο ραβδί

διακρίνεται η προσδοκία

ενώ ο λαιμός κάμπτεται

να δεχτεί κρυφά το μελάνιασμα

[…]»

(γράφει η Ναταλία Κατσού στο πρώτο ποίημα του Κοχλία)

Αν δεν νιώσεις το άγαλμα, θα παραμείνει στο μουσείο, θα κείτεται βουβό στα κιτάπια της αρχαιολογίας. Θα λες, όπως η γυναίκα στο ποίημα «Ηδονικός Ελπήνωρ» του Σεφέρη, ότι «Τ’ αγάλματα είναι στο μουσείο». Αν όμως μοιάζεις με τον άντρα του ίδιου ποιήματος, θα λες: Τα αγάλματα «σε κυνηγούν, πώς δεν το βλέπεις; / θέλω να πω με τα σπασμένα μέλη τους, / με την αλλοτινή μορφή τους που δε γνώρισες / κι όμως την ξέρεις».

Την ξέρεις, είναι η Αριάδνη, άγαλμα  του Δαιδάλου, και μοιάζει αληθινή. Σύμφωνα με το μύθο, η περίτεχνη φύση του αρχιτέκτονα έδινε πνοή στην ύλη, τα αγάλματα κινούνταν, ενίοτε πετούσαν, σαγηνεύοντας τους πάντες. Έτσι εξηγείται η γέννηση του Μινώταυρου, από την ένωση ενός ταύρου με ένα ομοίωμα αγελάδας που κατασκεύασε ο Δαίδαλος, ομοίωμα στο οποίο ήταν «εντειχισμένη» η βασίλισσα Πασιφάη, γυναίκα του Μίνωα.

Η Ναταλία Κατσού αξιοποιεί αυτή τη σκέψη της ζωντανής ύλης, και ο Κοχλίας είναι η βιωμένη κι αναβιωμένη μυθολογία, όπου οι ήρωες, πλέον αγάλματα σε κάποιο σύγχρονο μουσείο, αποκτούν και πάλι συνείδηση. Έτσι ο Δαίδαλος, προτού εγκαταλείψει τιμωρημένος την Αθήνα για την Κρήτη, θυμάται τον εαυτό του, δεν είναι σίγουρος αν έχει επιβιώσει, εφόσον έχασε τα μάτια του, ξέχασε αν έχει δάχτυλα δικά του να νιώσει. Η αίσθηση εγκιβωτισμού, τόσο για τους ήρωες όσο και για τους αναγνώστες, είναι αναπόφευκτη.

«[…]

όλα αυτά σε υάλινο κύλινδρο

εντός άλλου κυλίνδρου

επί εδάφους συγχρονισμένου στις ανάγκες

των επισκεπτών»

(έτσι κλείνει το πρώτο ποίημα του Κοχλία)

Από μυθολογικά πρόσωπα οι ήρωες-αγάλματα μεταμορφώνονται σε σάρκινους ήρωες μιας συναρπαστικής μυθοποίησης. Στην ουσία, οι ήρωες-αγάλματα ζουν και πάλι το μύθο τους σε νέο χωρόχρονο αναζητώντας και πάλι το μίτο και την ελευθερία τους, θέλουν να δραπετεύσουν από τον ίδιο τον εαυτό τους.

Στα σπονδυλωτά, ας τα πω έτσι, ή πολυφωνικά ποιήματα της Κατσού, ο αναγνώστης συναισθάνεται διαρκώς αυτή την ανάγκη των αγαλμάτων για απελευθέρωση από την ύλη τους. Σχεδόν ειρωνικός έτσι μοιάζει ο στίχος που απαγγέλλει ο Δαίδαλος όταν αντικρίζει την Πασιφάη: «όταν πρωτοειδωθήκαμε / κατάπια όλη την ακινησία». Εξίσου ειρωνική μοιάζει η φθονερή σκέψη της Πασιφάης, που συγκρίνει την πλαστική ομορφιά του αγάλματος της Αφροδίτης, έργο φυσικά του Δαιδάλου, με τον εαυτό της: «αληθινά θα ξέσκιζα όποιον δεν προσκυνούσε τη μορφή μου / για ξόανο της θεάς». Ακόμη πιο ειρωνικό είναι το ωραίο «ψέμα» του μύθου ότι ο Μινώταυρος γεννήθηκε από την ένωση ενός ωραίου λευκού ταύρου με την Πασιφάη.

Η Ναταλία Κατσού, θέλοντας να εμφυσήσει στα αγάλματά της την ανθρώπινη διάσταση, τα πάθη, και ίσως όχι τα λάθη, τους χαρίζει την παρόρμηση της ερωτικής «ένωσης», που η ίδια προτιμά να ονομάσει «έκρηξη». Και συνεχίζοντας με την ειρωνεία, τον τραγέλαφο ίσως, ο Μινώταυρος, καρπός αυτής της έκρηξης, κρίνεται «ιδιαιτέρως κατάλληλος / ως εξώφυλλο σε σχολικά εγχειρίδια». Ο Μινώταυρος είναι το «απόφθεγμα της ανθρωπίλας» και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του Κοχλία, μολονότι λίγο αρχαίοι, λίγο δέσμιοι τoυ χρόνου, πιο άνετοι ίσως στην Επίδαυρο, γνωρίζουν τη θλιβερή παραποίηση των βιωμάτων τους από τα φλας του σύγχρονού μας πολιτισμού: «στο φως οι μάσκες έχουν αντιστραφεί / ο βασιλιάς κεντάει μαξιλαροθήκες / η βασίλισσα ακίνητη/μισοπεθαμένη δοξάζεται / μας κυβερνάει το τέρας».

Καλύτερα να διαβάσουμε το βιβλίο και μετά να ανατρέξουμε στο μύθο, να αφεθούμε στη φρεσκάδα των λέξεων που μπλέκονται συχνά στα πόδια του χρόνου, εφόσον πραγματοποιούν μετατοπίσεις από αρχαία και ελληνιστικά συγκείμενα, λατινογενή και νεοελληνικά, αναβιώνοντας λέξεις που αλλάζουν πατέρες-τραγωδούς, μεταφέροντάς μας την αύρα τού μέσα έξω της αφήγησης η οποία περιλαμβάνει τη μνήμη, τη μαρτυρία, τη μίμηση. Παρά τους μετανεωτερικούς πειραματισμούς της Ναταλίας Κατσού, δεν πρόκειται για ποίηση πανσημίας, ούτε για ξαναγράψιμο μιας μυθολογίας με αυτοσκοπό την επανερμηνεία της όσο μια ελαφρά αντήχησή της σε σύγχρονο φόντο. Η ποιητική της Ναταλίας Κατσού ίσως βρίσκεται στους εξής στίχους, που λειτουργούν εν μέρει και ως ενδιαφέρον αυτοσχόλιο:

«κουράστηκα στη σκόνη και στο σκοτάδι

να αντιπαλεύω τον εαυτό κι ό,τι περισσεύει

από τα μυθεύματα

λιγοστεύει η επινοητικότητα»

*

Κρατάω για την ώρα κάτι ιδιαίτερο και συγκινητικό στην όλη διαδικασία της μυθοποίησης στον Κοχλία. Οι ήρωες-αγάλματα, περιορισμένοι στο μύθο τους που ξαναζούν με μικρές παραλλαγές, έχουν κάτι δραματικά ευάλωτο εφόσον είναι εγκλωβισμένοι σε ένα νέο, άγνωστο γλωσσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ενδέχεται και να υποφέρουν: «σιωπώ γιατί κοχλάζουν οι ήχοι μέσα στο κρανίο μου / σιωπώ γιατί δεν ξέρω την ευθύγραμμη γλώσσα σας».

Οι ίδιοι αυτοί ήρωες, σαν πρόσωπα αληθινά, εξομολογούνται την καταπώς νομίζουν θνητότητά τους. Μάλιστα, επειδή θεωρούν εαυτούς θνητούς, πιστεύουν πως πρέπει να θυσιαστούν για χάρη του μύθου: «δεν ξεχνώ ότι άλλος ο σκοπός των πνευμάτων / θνητή έτυχα / ο μύθος υπερβαίνει την τιμωρία μου». Και αλλού, μέχρι και ο βασιλιάς Μίνωας λέει: «είμαι πιστός είμαι έτοιμος / να θυσιαστώ στην αόρατη ιδέα / γονατιστός ψηλαφώ τον αγωγό / προσκυνητής στις φτέρνες του τεχνίτη / γνωρίζει πως όσο πιο χθόνιοι / τόσο πιο δυνατοί για μια απογείωση».

Η Ναταλία Κατσού προτιμά, από την επανεγγραφή με νέα μυθεύματα και ιδεολογίες, την απογείωση, το όνειρο. Και ό,τι καταλάβουμε.

Πριν απογειωθούμε, χρειάζεται ωστόσο να τραβήξουμε το νήμα ώς την άκρη του κοχλία. Μόνο ο πολυτεχνίτης Δαίδαλος γνωρίζει τον τρόπο, σύμφωνα με το μύθο. Έπειτα από το μύθο τούτου εδώ του Κοχλία, φαίνεται ότι κάτι τέτοιο το γνωρίζει και η Ναταλία Κατσού. Αν τραβήξουμε το νήμα ώς την άκρη του Κοχλία, που μέσα του κρύβει πολλή βροχή και θάλασσα, πολύ νερό, του κοχλία που συμβολίζει τόσο το απόλυτο εύρημα του Δαιδάλου, τον Λαβύρινθο, αλλά και τη λειτουργία της ακοής, θα φτάσουμε, όπως γράφει η Ναταλία, «ώς εκεί που αρχίζει η συνείδηση». Η συνείδηση των εντέλει προϊστορικών ηρώων, άρα και η συνείδησή μας. Αυτό συναισθάνομαι ως στοίχημα του βιβλίου. Και για κάποιους άλλους που θέλουν και μπορούν ίσως να αφουγκραστούν καλύτερα, να εμβαθύνουν περισσότερο στο στοιχείο της ανθρώπινης ενοχής (και όχι τόσο της τιμωρίας), ας λάβουν υπόψη τους τη μεταμόρφωση του νήματος σε μέταλλο, την αναμόρφωση του στίχου της ποιήτριας από την ίδια την ποιήτρια: «μέταλλο καρφωμένο στο τέρμα του κοχλία    η κραυγή / ως εκεί που αρχίζει η συνείδηση».

*

Ομιλία στην παρουσίαση του Κοχλία (3 Απριλίου 2012) | Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Poeticanet.

Advertisements