Η έναστρη φωτογένεια

Ο άνθρωπος που εισόρμησε πια στην απώτερη θλίψη

με δίχως έστω ένα τριαντάφυλλο

μ’ εκείνα τα ακατέργαστα στην ώχρα μεινεσμένα μάτια

στο μισoσκέπαστο ερημόκκλησο σέρνοντας

τη μεγάλη ανάπηρη σιωπή στο καρoτσάκι της ομιλίας

ανέκαθεν ήξερε την άσωστη κατάσταση-: πως είμαστε

καθημαγμένοι ερασιτέχνες του Πραγματικού

μ’ ένα μυστήριο που βεβηλώνει τη διάνοια διχάζοντας

πριν η δορά της θάλασσας σηκώσει το ανάστημα του Άδη.

Πολύκρουνη η θύελλα σπάζει τα ματογυάλια της κι ο μέγας

τρόμος αδράχνει τα μελλούμενα

σχηματίζοντας αποστήματα στη μνήμη.

Κατάχαμα της ασίγαστης σιγής ένα κινούμενο

κειμήλιο-σκουλήκι.

Η ζωή που μικραίνει: η μεγάλη αλήθεια.

Στον οπού πιάνει το τσαπί γίνεται τσάπισμα

στον οπού πίνει το νερό γίνεται πιόμα.

Έρχεται έαρ αειπάρθενο προφέροντας αρώματα

κρατεί με μια κατάμαυρη λεπτότατη κλωστή

στα ύπαιθρα της νύχτας

το σημείο του γκιώνη που είν’ άγνωστο πέρα…

 Νίκος Καρούζος, Ποιήματα Β’ (1979-1991), εκδ. Ίκαρος, 1994, σ. 9

Advertisements