Το Φαγιούμ αποτελεί ανασκαφή στα πολύτιμα ορυκτά της Ιστορίας και της μνήμης συστήνοντας μια πραγματικότητα μέσα από τις ψηφίδες της. Ο αναγνώστης αντικρίζει τις λέξεις φαινομενολογικά, βλέπει τα κενά, την κόλλα, τη χρωματική ανομοιογένεια ακολουθώντας σχεδόν με τη φαντασία του τον λοξό και ιδιοσυγκρασιακό τρόπο που η γραφή του Θοδωρή Ρακόπουλου (γεν. 1981) θυμάται. Κανείς δεν είπε ότι η μνήμη είναι ενιαία, ομαλή, αξιοκρατική στις καταχωρήσεις της, και κανείς δεν την υποχρεώνει σε ευλογοφανείς συνειρμούς. Ισως η τραχύτητα να είναι ο αισθητικός δρόμος της ποίησης στο Φαγιούμ, γιατί εμπεριέχει, πέρα από τα βαθιά συναισθήματα που κινητοποιούνται με αφορμή κάποιο υλικό (φωτογραφίες, νομίσματα, χαρτί, ρούχα), τη γνώση, η οποία χρειάζεται χρόνια να χωνευτεί, να κατασταλάξει, να ορίσει τον κόσμο έστω και υποκειμενικά. Άλλωστε, το τετελεσμένο γεγονός έχει προορισμό το μέλλον. «Σφραγισμένα από το μέταλλο αρχαία πρόσωπα, / με χαμόγελα σταματημένα μες στη μόνωση, / άστραφταν κάθε τόσο μέσα απ’ τις παλάμες του: / μ’ ανοιχτό το πουγγί, μας έδειχνε «τον θησαυρό που θα ‘ρθει»». Ο ποιητικός φακός μοιάζει να αντιμετωπίζει ως ισάξιο υλικό τις προσωπικές, πολιτικές και πνευματικές ανθρώπινες εμπειρίες, φτάνει να συνιστούν ποιητικό λόγο και ίσως για τον Ρακόπουλο συνείδηση ποιητικού λόγου (διάλογο με το ίδιο το ποίημα εν εξελίξει). Στο Φαγιούμ φαίνεται, πάντως, πως όσο πιο λογοκριμένος είναι ο ποιητικός λόγος τόσο πιο ενδυναμωμένος αποβαίνει (βλ. «σχισμένο») και πως όσο αλλοιωμένη η αλήθεια τόσο πιο αληθινή.

Πρώτη δημοσίευση, e-poema, τεύχος 16

Advertisements