‘Εχουν και τα καλά τους οι απολύσεις. Γνωρίζεις κόσμο. Βγαίνεις, ας πούμε, στο μπαλκόνι για τσιγάρο και κάποιος λέει: Τα μάθατε ρε; Απολύσανε τον Λύκο. Και ρωτάς εσύ: Ποιο λύκο; Τον κακό; Και γυρίζουν όλοι και σε κοιτάνε με μισό μάτι και κάποιος λέει: Ο Λύκος ρε. Που ‘τανε κάτω στις αποθήκες. Ο ψηλός ο μακρυμάλλης. Που κούτσαινε λιγάκι. Εσύ τώρα παλεύεις να καταλάβεις για ποιον λένε. Αλλά δεν μπορείς να τον θυμηθείς καθόλου. Τρακόσια άτομα δουλεύουν εδώ μέσα, πού να τους ξέρεις όλους; Οπότε κάθεσαι αμίλητος και καπνίζεις και τους ακούς να μιλάνε για τον Λύκο λες κι είναι πεθαμένος. Καλό παιδί. Δουλευταράς. Κι είχε δυο πιτσιρίκια και στεγαστικό κι η γυναίκα του πάνε τρεις μήνες που απολύθηκε κι αυτή – δούλευε σ’ ένα μαγαζί με ρούχα ή παπούτσια, κάτι τέτοιο. Και μετά κάποιος θα πει ότι, βέβαια, τώρα τελευταία δεν πρόσεχε καθόλου. Πέταγε κουβέντες, με το παραμικρό αρπαζόταν. Είχε αλλάξει τώρα τελευταία. Καθόλου δεν πρόσεχε, κι ας τον είχαν προειδοποιήσει.
Και μετά σταματάνε την κουβέντα, κι άλλος ξεφυσάει και λέει ακόμα δεν μπήκε Ιούνης και πιάσανε οι ζέστες, κι άλλος λέει ποιος ξέρει τον Σεπτέμβρη πόσοι θα ‘μαστε εδώ να καπνίζουμε στο μπαλκόνι. Και μετά ρουφάνε μια γουλιά καφέ και σβήνουν τα τσιγάρα και γυρνάνε στα κλουβιά τους. Και συ μένεις μόνος και καπνίζεις κι άλλο τσιγάρο και κοιτάς τ’ αμάξια που περνάνε και τα πουλιά φτερουγίζουν γύρω απ’ τα σύρματα της ΔΕΗ. Ενα σκυλί κοιμάται στη σκιά της μουριάς. Μια γυναίκα βγαίνει στο απέναντι μπαλκόνι και τινάζει ένα τραπεζομάντιλο. Απ’ το πεζοδρόμιο περνάει ένας πιτσιρικάς με ποδήλατο, ένας γέρος με μαγκούρα, δυο κορίτσια με ξώπλατα και σορτσάκια, μαυρισμένα κιόλας απ’ τα μπάνια. Κοιτάς τον κόσμο που γυρίζει γεμάτος βουή, σκληρός και αδιάφορος, και σκέφτεσαι πως, τελικά, η ζωή είναι ωραία. Και βαθιά μέσα σου -ή μπορεί όχι και τόσο βαθιά- χαίρεσαι που δεν σε λένε Λύκο, που δεν είσαι ψηλός και μακρυμάλλης, που δεν κουτσαίνεις και που η γυναίκα σου δεν απολύθηκε από ένα μαγαζί που πουλάει ρούχα ή παπούτσια. Και παίρνεις βαθιά ανάσα και σβήνεις το τσιγάρο και γυρνάς στη δουλειά σου. Κι αποφασίζεις πως θα κάνεις ό,τι μπορείς, θα κάνεις ό,τι περνάει απ’ το χέρι σου για να μη βρεθείς ποτέ στη θέση του Λύκου. Αποφασίζεις πως, τελικά, σ’ ένα κόσμο γεμάτο λύκους, είναι καλύτερο να ‘σαι πρόβατο παρά λύκος. Και μάλιστα κουτσός λύκος.

assets_LARGE_t_420_53691755_type12128

Κι ύστερα, τ’ άλλο απόγευμα ή το παράλλο, ο Λύκος έρχεται στη δουλειά για να μαζέψει τα πράγματά του και να χαιρετήσει. Και τυχαίνει εκείνη την ώρα να ‘σαι πάλι στο μπαλκόνι και κάποιος θα πει: Να ρε. Ο Λύκος. Αυτόνα σουτάρανε προχτές.
Και συ σκύβεις απ’ το μπαλκόνι και κοιτάς τον τύπο που ανεβαίνει αργά τις σκάλες και λες: Αυτός; Αυτός είναι ο Λύκος; Ρε σεις αυτόν τον ξέρω.
Και θα θυμηθείς μια νύχτα φέτος το χειμώνα που χιόνιζε – Γενάρης θα ‘ταν ή Φλεβάρης. Θα θυμηθείς που είχες αργήσει πάλι να φύγεις απ’ τη δουλειά κι όταν κατέβηκες στο πάρκινγκ βρήκες τ’ αμάξι σκεπασμένο με είκοσι, τριάντα πόντους χιόνι. Και στάθηκες μες στην παγωνιά και κοίταξες το κάτασπρο, απείραχτο σεντόνι που άστραφτε στο μισοσκόταδο και δε σου ‘κανε καρδιά να το χαλάσεις. Μα έπρεπε να το κάνεις. Επρεπε να καθαρίσεις τ’ αμάξι, να μπεις μέσα, να βάλεις μπρος τη μηχανή, να φύγεις. Γιατί ήσουν πάλι ψόφιος απ’ την κούραση κι ήθελες να γυρίσεις μια ώρα αρχύτερα σπίτι, να φας, να ζεσταθείς, να ξεχάσεις – να κοιμηθείς έναν ύπνο βαρύ κι ασήκωτο, χωρίς όνειρα, μπροστά στην τηλεόραση. Αρχισες, λοιπόν, να καθαρίζεις το χιόνι απ’ το παμπρίζ μα ήταν τα χέρια σου γυμνά και γρήγορα κοκάλωσαν απ’ το κρύο. Και στάθηκες ανήμπορος μες στην παγωνιά τρίβοντας τα χέρια σου που ‘χαν ξυλιάσει κι ένιωθες την απόγνωση να μουδιάζει την καρδιά σου, ώσπου ήρθε κοντά ένας τύπος με σκούφο, κασκόλ και γάντια και σε ρώτησε τι τρέχει αδερφέ. Και συ του ‘πες το και το, οπότε πήγε στ’ αμάξι του κι έβγαλε απ’ το πορτμπαγκάζ ένα φαράσι και σου ‘πε να βάλεις μπρος τη μηχανή και να γυρίσεις τον ζεστό αέρα στο παμπρίζ – όχι το αιρκοντίσιον, σκέτο τον αέρα.
Κι ύστερα έσκυψε πάνω στο παμπρίζ και άρχισε να καθαρίζει με γρήγορες κοφτές κινήσεις το χιόνι. ‘Επειτα καθάρισε τα παράθυρα και το πίσω τζάμι. Και συ, καθισμένος μες στ’ αμάξι, στα ζεστά, τον κοίταγες που δούλευε σοβαρός, με τα χνώτα του ν’ αχνίζουν κι αναρωτιόσουν τι σόι τύπος ήταν αυτός και γιατί μπήκε στον κόπο να βοηθήσει έναν άγνωστο, έναν άχρηστο σαν και σένα. Κι όταν τέλειωσε σήκωσε τους γυαλοκαθαριστήρες κι έτριψε το χιόνι που ‘χε πετρώσει στο τζάμι. Ύστερα σου ‘κανε νόημα -όλα εντάξει- και σου ‘πε να προσέχεις -με το μαλακό το φρένο, είναι γυαλί ο δρόμος- κι έφυγε. Και δεν πρόλαβες ούτε να τον ευχαριστήσεις γιατί η καλοσύνη του σ’ είχε μουδιάσει πιο πολύ κι από το κρύο. Και στο δρόμο τον σκεφτόσουν συνεχώς και απορούσες. Κι ύστερα, φτάνοντας σπίτι, το ξέχασες κι αυτό, όπως ξέχασες τόσα πράγματα, τόσους ανθρώπους στη ζωή σου.
Και τώρα, καθώς τον βλέπεις ν’ ανεβαίνει αργά τις σκάλες, σέρνοντας το πόδι του σε κάθε σκαλοπάτι, θυμάσαι που κείνο το βράδυ ούτε που πρόσεξες πως κούτσαινε. Ούτε που πήρες χαμπάρι ότι άφησες έναν άνθρωπο κουτσό να σου ξεχιονίσει τ’ αμάξι, χωρίς ένα ευχαριστώ. Και σκέφτεσαι, τώρα που τον κοιτάς, να κατέβεις κάτω να του πεις κάτι. Να του θυμίσεις τι έγινε κείνο το βράδυ, να τον ευχαριστήσεις έστω και τώρα, τόσους μήνες μετά, έστω κι αν δεν ξέρεις πώς τον λένε – Γιάννη, Κώστα, Νίκο, Τάκη.
Αυτά σκέφτεσαι να κάνεις. Αλλά δεν κάνεις τίποτα. Δεν κατεβαίνεις κάτω, δεν πας να του μιλήσεις. Τι να του πεις;
Στέκεσαι στο μπαλκόνι κι ανάβεις τσιγάρο και σε λίγο τον βλέπεις που βγαίνει κρατώντας μια βαριά κούτα. Σταματάει στα σκαλιά και ρίχνει μια ματιά τριγύρω σα χαμένος. Κι ύστερα κάνει επιτόπου στροφή και κοιτάει το πελώριο κτίριο που ορθώνεται μπροστά του και βλέπεις το πρόσωπό του κι ανατριχιάζεις. Κάτασπρος. Πρώτη φορά βλέπεις άνθρωπο με τόσο άσπρο πρόσωπο. Κάτασπρος. Ανατριχιάζεις. Αναρωτιέσαι αν θα είσαι και συ έτσι κάτασπρος αν -χτύπα ξύλο- βρεθείς κάποια μέρα στη θέση του. Και τότε πετάς το τσιγάρο και κατεβαίνεις τρέχοντας τις σκάλες -δεν περιμένεις τ’ ασανσέρ- και τον προλαβαίνεις την ώρα που βάζει την κούτα στο πορτμπαγκάζ. Λαχανιασμένος πας κοντά και του λες το και το. Θυμάσαι, του λες. Θυμάσαι κείνη τη νύχτα με τα χιόνια; Το ‘χεις ακόμα το φαράσι; Όχι ότι το χρειαζόμαστε δηλαδή. Ιούνης μήνας μπήκε. Θα μου πεις βέβαια στον καταραμένο τόπο όλα γίνονται.
Τέτοιες κρυάδες του λες και κείνος στέκεται και σε κοιτάει απορημένος, τρίβοντας τις παλάμες του που κοκκίνισαν απ’ το κουβάλημα. Κάτασπρος σα χαρτί. Και το στόμα του μια μαύρη μολυβιά.
Ναι, λέει στο τέλος. Τώρα θυμήθηκα. Το μπλε Νισάν.
Μαύρο, λες εσύ. Μαύρο είναι.
Σου ρίχνει μια βιαστική ματιά, προσπαθώντας μάλλον να καταλάβει αν είσαι τόσο ηλίθιος όσο φαίνεται ότι είσαι. Κι ύστερα λέει μάλιστα, λοιπόν τα λέμε, και κλείνει το πορτμπαγκάζ και πάει να μπει στ’ αμάξι.
Και τότε σου ‘ρχεται μια τρελή ιδέα.
Κάνεις κέφι να κατέβουμε Πειραιά, τον ρωτάς. Κερνάω τσίπουρα. Ετσι για το φαράσι. Για το φχαριστώ δηλαδή.
Το πιθανότερο, θα σου πει όχι. Από πού κι ωσπού δηλαδή. Εχει ο άνθρωπος τον καημό του, οι βόλτες του λείπανε. Και μ’ ένα τύπο που δεν ξέρει ούτε τ’ όνομά του. Δεν πας καλά μου φαίνεται. Καθόλου καλά.
Μπορεί και να σου πει ναι όμως. Ναι. Μπορεί να σου πει ναι. Και τότε σου κατεβαίνει μια άλλη ιδέα, ακόμα πιο τρελή. Περιμένεις δέκα λεπτά, τον ρωτάς. Μπορείς να περιμένεις; Σε δέκα λεπτάκια είμαι πίσω. Και μπαίνεις στ’ αμάξι και φεύγεις βολίδα κι ούτε σε νοιάζει που τα παράτησες όλα χύμα στο γραφείο κι όλοι θα ψάχνουν να σε βρουν.
Στο σπίτι τιγκάρεις με πάγο το ψυγειάκι και ρίχνεις μέσα δυο μπουκάλες Αποστολάκη με γλυκάνισο, ψωμί, τυρί, ντομάτες – ό,τι βρεις. Και στο δρόμο του γυρισμού η καρδιά σου πάει να σπάσει γιατί φοβάσαι πως ο Λύκος θα ‘χει φύγει. Αλλά όχι. Είναι ακόμα εκεί, καθισμένος στο καπό του αμαξιού και καπνίζει. Κάτασπρος. Κάτασπρος σαν άνθρωπος που είδε φάντασμα και δεν μπορεί ακόμα να συνέλθει.
Έτοιμος, του λες. Φύγαμε.
Κατεβαίνετε Πειραιά και στο δρόμο πότε μιλάτε, πότε όχι. Κι όλο σκέφτεσαι ν’ απλώσεις το χέρι και να του τσιμπήσεις τα μάγουλα να κοκκινίσουν λίγο. Φτάνετε στην Πειραϊκή και κατεβαίνετε στα βράχια κάτω απ’ το σταυρό κι ανοίγεις το ψυγείο και βγάζεις την μπουκάλα κι όλα τ’ άλλα.
Ποτήρι στο ποτήρι, μπουκιά στην μπουκιά, η ασπρίλα αρχίζει να χάνεται απ’ το πρόσωπό του. Μιλάει για τα παλιά. Λέει πως όταν ήταν μικρός, στο σχολείο όλοι τον πείραζαν για τ’ όνομά του. Ερχεται ο Λύκος, λέγανε και πέφτανε στα τέσσερα και σήκωναν ψηλά το κεφάλι και φώναζαν αούουου. Και τη γυναίκα μου, λέει, κάπως έτσι τη γνώρισα. Σ’ ένα αποκριάτικο πάρτι. Ήτανε ντυμένη Κοκκινοσκουφίτσα. Σε κοιτάει για μια στιγμή σοβαρός και μετά βάζει τα γέλια. Γελάς κι εσύ. Γελάτε μαζί, δυνατά, με κέφι. Γελάτε σαν άνθρωποι που ‘χαν χρόνια να γελάσουν.
Κι ύστερα, όταν έχεις ανοίξει πια το δεύτερο μπουκάλι, σου ζητάει να πεις και συ μια ιστορία.
Πες μου μια ιστορία, λέει. Με καλό τέλος. Ανάβεις τσιγάρο και φυσάς τον καπνό και γυρίζεις το ποτήρι στο χέρι σου, ακούγοντας τα παγάκια να κουδουνίζουν. Και θες να του πεις ότι καμιά ιστορία δεν έχει τέλος – καλό ή άσχημο. Μα δε θέλεις κιόλας να τον στεναχωρήσεις. Μένεις για κάμποση ώρα αμίλητος. Μυρίζεις την αρμύρα, ακούς τα κύματα που σκάνε στα βράχια. Αμίλητος κοιτάς τη μαύρη θάλασσα, τα φώτα των καραβιών που τρεμοσβήνουν στο βάθος.
Κι ύστερα παίρνεις βαθιά ανάσα κι αρχίζεις να μιλάς: Εχουν και τα καλά τους οι απολύσεις. Γνωρίζεις κόσμο. Βγαίνεις, ας πούμε, στο μπαλκόνι για τσιγάρο και κάποιος λέει: Τα μάθατε ρε; Απολύσανε τον Λύκο…

*

Πρώτη δημοσίευση: Το Έθνος

Advertisements