5.

Καθαρίζω το πάτωμα της κουζίνας. Φοβάμαι να κάνω το τηλεφώνημα που προγραμμάτισα να κάνω στις εννέα. Τώρα είναι εννέα και έχω καθαρίσει το πάτωμα της κουζίνας. Αν βάλω τον κουβά στη θέση του, αν κρεμάσω το φαράσι, τίποτα τότε δεν θα έχει μείνει ανάμεσα σ’ εμένα κι εκείνο το τηλεφώνημα, όπως όταν στο όνειρό του ο πρώην δεν φοβόταν την εκτέλεσή του μέχρι που ήρθαν να τον ξυρίσουν. Φοβόταν γιατί τίποτα πια δεν υπήρχε ανάμεσα σ’ εκείνον και την εκτέλεσή του.

Κατά τις εννέα αρχίζω να διστάζω. Εκεί που σκέφτομαι ότι θα ’ναι κοντά εννέα και μισή, μόλις πέντε λεπτά έχουν περάσει: η διάρκεια του χρόνου που αισθάνομαι είναι στην πραγματικότητα το απροσμέτρητο του δισταγμού μου.

Κάνω το τηλεφώνημα τώρα. Το πρόσωπο το οποίο καλώ απαντά αλλά λέει ότι πρέπει να με καλέσει μετά και ότι θα τηλεφωνήσει πριν απ’ τις δέκα. Βρίσκομαι επάνω όταν χτυπά το τηλέφωνο. Ο χτύπος είναι οξύτερος γιατί δεν είχα υπολογίσει ότι θα χτυπήσει το τηλέφωνο μες στα επόμενα είκοσι πέντε λεπτά. Απαντώ· είναι κάποιος άλλος του οποίου η φωνή μοιάζει κι αυτή οξύτερη.

Η ώρα είναι δέκα τώρα. Κατεβαίνω στην μπροστινή βεράντα. Νομίζω πως θα χτυπήσει το τηλέφωνο ενόσω είμαι εδώ έξω. Μετά νομίζω ότι το τηλέφωνο χτύπησε όντως τότε.

Το τηλέφωνο χτυπά με το που μπαίνω μέσα, αλλά είναι πάλι κάποιος άλλος. Αργότερα πάλι θα νομίσω ότι ίσως δεν ήταν εκείνο το πρόσωπο μα το άλλο που υποτίθεται θα τηλεφωνούσε.

8597244691_45a545906a

Advertisements