9.

Καθώς κάθομαι στο τραπέζι ενός εστιατορίου και περιμένω, βλέπω με την άκρη του ματιού μου ξανά και ξανά ένα παιδί να έρχεται στο λευκό μαρμάρινο πλατύσκαλο της εισόδου και, έκτοτε, κάθε που κοιτάζω εκεί πέρα, δεν βλέπω ένα παιδί αλλά τις σκιές που ρίχνει η λάμπα του δρόμου ενός κλαδιού με μεγάλα φύλλα που κινείται μέσα στον άνεμο φεύγοντας από το ποτάμι στα μέσα του καλοκαιριού.

10.

Ένα βράδυ, καθώς ξαπλώνω στο σκοτάδι, λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, ένα βράδυ που ο ύπνος έρχεται εύκολα γιατί είμαι εξαντλημένη, φέρνω στο νου μου, για ψυχαγωγία και συντροφιά, την εικόνα του, όπως συχνά κάνω, ακόμη και τώρα που δεν είναι πια μαζί μου. Είμαι τόσο κουρασμένη τούτη τη φορά, που μόνο να τον φανταστώ να στέκεται μπορώ σε ένα φωτισμένο σημείο απέναντι στον τοίχο ενός δωματίου. Τον έχω εκεί, μπροστά στα μάτια μου, σχεδόν αμέσως όμως αρχίζει να με παίρνει ο ύπνος. Τώρα, καθώς με παίρνει ο ύπνος, στρέφει αυτοβούλως τα νώτα του και φεύγει, φεύγει μακριά μου, και εκπλήσσομαι τόσο, που ξυπνώ: ήμουν πολύ αδύναμη για να τον κρατήσω. Τούτη τη φορά βρισκόταν εδώ ενάντια στη θέλησή του, ήθελε να φύγει και περίμενε για τη στιγμή που θα ήμουν πολύ αδύναμη να τον κρατήσω, κι όταν αυτό έγινε, περπάτησε έξω από το φωτισμένο σημείο και έφυγε μακριά μου.

writin blog light-in-the-dark

 

 

Advertisements