DownloadedFile

Σπονδυλωτό ποίημα, διηγείται τη ζωή του Σκοτωμένου: την καταγωγή του, που ορίζει και την ταυτότητα της ίδιας του της φωνής. Η σύνδεση ζωής και τέχνης μοιάζει στο βιβλίο της Aννας Γρίβα (γεν. 1985) άρρηκτη, με κρίκο το ασυνείδητο. Eτσι οι θραυσματικές μνήμες της παιδικής ηλικίας μεταμορφώνονται σε έναν καλοφτιαγμένο παιδικό εφιάλτη που διέπεται από υπερρεαλιστική λογική, όσο οξύμωρο κι αν φαντάζει κάτι τέτοιο. Στο επίκεντρο της παιδικής συνείδησης βρίσκονται δύο θηλυκά φαντάσματα: η γριά-πουλί, η οποία ξυπνά την αγάπη και τον τρόμο αλλά αποβαίνει κάπως βαρετή για την ποίηση (που δεν είναι ξένη προς το παιχνίδι), καθώς λείπει η επαφή, η υλική υπόσταση του άμεσου βιώματος. Το δεύτερο φάντασμα είναι η μάνα, αλλά η αγκαλιά της παρουσιάζεται άδεια. Ο ποιητής, σαν «σκοτωμένο παιδί», κοιτά από το βρόμικο τζάμι τη μητέρα του μετενσαρκωμένη σε κάτι άλλο, γάτα ή μωρό. Το χέρι του επιλέγει έτσι να γράψει το τραύμα που τον γέννησε: την απουσία. Διχασμένος ανάμεσα στην άυλη φαντασία και στο αρνητικό βίωμα, πραγματοποιεί το βεβαρημένο ταξίδι ενός μετα-Οδυσσέα: δίχως σαγήνη, δίχως περιπέτεια:

«κρατώ σφικτά
αναμονή
μην πέσει
υποσχέσεις
κούφιες
και κουφές
είμαι δειλός
το γράφω
με γράμματα βαριά
από ατσάλι
ανάμεσα στων ανθρώπων
το μετέωρο πέρασμα
γοργόνες ήρθαν γεμάτες λέπια
και μουρμούριζαν των κυμάτων μελωδίες
καθώς περίμεναν βαριεστημένα
στην ουρά κάποιας δημόσιας υπηρεσίας…»

Το ταξίδι της σύγχρονης ποίησης μοιάζει περιορισμένο στις διαδρομές ενός τρένου με απρόσωπους ανθρώπους όπου ο ποιητής-συνεπιβάτης είναι καταδικασμένος να κοιτάζει τα λιβάδια μέσα από το τζάμι και να αφουγκράζεται συγχρόνως τις «συρτές κραυγές» της πόλης. Αν από τη ζωή του νέου ποιητή απουσιάζουν τα παιδικά παραμύθια, απουσιάζει και η παραμυθία. Αν η ποίησή του δεν είναι ονειρική, το όνειρο το επινοεί. Λέω ότι, αν κάθε Σκοτωμένος δεν μπορεί στην πραγματικότητα να γυρίσει τον χρόνο πίσω, γιατί αυτή ήταν και παραμένει η προσωπική του μοίρα, δεν αποκλείεται να αναστήσει την ποίηση χαρίζοντας στις λέξεις τον πόθο για ζωή.

Μέσα στη μοναξιά της καλλιτεχνικής δημιουργίας, μόνη παρηγοριά είναι η χαρά του αναγνώστη. Η παρηγοριά στην οποία αναφέρεται ενδεχομένως η Γρίβα στη Φωνή του σκοτωμένου είναι η διαμόρφωση μιας νέας συνείδησης, απελευθερωμένης από την τετράγωνη λογική της πραγματικότητας. Η δομή των ποιημάτων της, που εναλλάσσονται με πεζόμορφους, έμμετρους και με εσωτερικό ρυθμό στίχους, καθώς και η απουσία στίξης, συναινούν σε μια ανοιχτή σε προσλήψεις εικονοποιία.

Αυτή η νέα συνείδηση δεν έχει ανάγκη από κατευθυνόμενες αναγνώσεις. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο κόσμος μας, χωρίς τους στίχους, είναι ασήκωτος. Και λέει ο Σκοτωμένος προς το τέλος του βιβλίου: «τώρα φοβάμαι ξανά μιας και τέλειωσε η στερνή παρηγοριά των στίχων».

Αν υπάρχει κάτι όμορφο στον κόσμο, είναι η λογική της ποίησης.

griva

 

στο (.poema..)

Advertisements