b184722

Η εσωτερική περιπέτεια στην οποία μάς υποβάλλει ο επίσης πρωτοεμφανιζόμενος ποιητής Δημήτρης Καρακίτσος στο βιβλίο του Οι γάτες του ποιητή Δ.Ι. Αντωνίου βρίσκεται στον αντίποδα σχεδόν του λυρισμού και κατορθώνεται με την ονειρική περιπέτεια στον έξω, τούτη τη φορά, κόσμο. Με παιγνιώδη στοχαστική διάθεση, σκαρώνει ένα εξωτικό ταξίδι στην ανατολική ήπειρο όπου συναντάει κανείς τις γάτες τού όχι και τόσο γνωστού ποιητή Δημήτρη Αντωνίου (1906-1994).

Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι τον είχε συναντήσει το 1939(!), ημερομηνία που συμπίπτει με την πρώτη έκδοση ποιημάτων του Αντωνίου. Εμείς έχουμε στα χέρια μας φανταστικά ποιήματα του Αντωνίου, τα οποία ανασταίνει ο Καρακίτσος σαν εφτάψυχες γάτες: οι γάτες του ποιητή Δ.Ι. Αντωνίου είναι τα ζωντανά ενθύμια ποιητικών ταξιδιών που ο νεαρότερος ποιητής τώρα ονειρεύεται σαν να ήταν εκείνος ο ποιητής καπετάνιος. Ο συνονόματος του Αντωνίου, Δ. Καρακίτσος, διευρύνει με αυτό τον τρόπο τα όρια της αναγνωστικής εμπειρίας. Το άγχος της επίδρασης υποχωρεί μπροστά στο παιχνίδι της φαντασίας.

Τι θα γινόταν, αναρωτιέμαι, αν ο ποιητής Δ.Ι. Αντωνίου είχε τη φήμη του Σεφέρη; Μαζί με τις εξωτικές γάτες, που εμείς αλλιώς δεν θα γνωρίσουμε ποτέ, στο βιβλίο σταχυολογώ και βρίσκω τον σεφερικό γάτο Ραμαζάν, πρωταγωνιστή στις «Γάτες τ’ Αη Νικόλα», πρωτοδημοσιευμένες σταΔεκαοχτώ κείμενα, την περίοδο της χούντας. Η γλώσσα του Καρακίτσου παραπέμπει πάντως στον κουβεντιαστό λόγο του σεφερικού μοντερνισμού, αναδίδοντας άρωμα εποχής αλλά και την ενδόμυχη πίκρα ως προς την πολιτική κατάσταση.

Σύμφωνα με τον κυπριακό μύθο που αναβιώνει ο Σεφέρης, η σωτήρια γάτα σκοτώνει τα φίδια τής (πνευματικής) ξηρασίας. Με όποιον τρόπο κι αν αντιλαμβανόμαστε την αλληγορία του άνυδρου τοπίου, η γάτα παραμένει το πιο ιερό ζώο: ο γάτος Ραμαζάν του σεφερικού ποιήματος συνεχίζει να εξαντλεί στο ποίημα του Καρακίτσου τα όρια του θεϊκού του βλέμματος. Ως εκ τούτου η γάτα μετατρέπεται σ’ ένα ιερό ποιητικό σύμβολο που συνδέει πρόσωπα και εποχές.

Είτε πρόκειται για γνωστούς ή λιγότερο γνωστούς ποιητές, η δεκαετία του 1930 είναι, καταπώς φαίνεται, η ποιητική εποχή στην οποία ο Καρακίτσος προστρέχει. Κι επειδή κάτι τέτοιο είναι βιολογικά ακατόρθωτο, αποτολμά με τις λέξεις του φυγόκεντρα ταξίδια. Κατά τα σεφερικά «δίσεχτα χρόνια», που μοιάζουν με τα δικά μας, τα ποιήματα επιτελούν γήινα θαύματα: οι λέξεις τριγυρνούν ελεύθερες σαν γάτες, σκαρφαλώνουν σε γείσα, μιλάνε στα ζώα και στα ρόδα, μιμούνται παράξενα φυτά, φαντάζονται ό,τι θέλουν. Τη γάτα, για παράδειγμα, που ζωγράφισε ο Νίκος Εγγονόπουλος, η φιγούρα του οποίου παίρνει σάρκα και οστά σ’ ένα τραμ όπου κουβεντιάζει με τον νέο ποιητή καπνίζοντας τσιγάρα από γαρίφαλο.

Τα ποιήματα του Καρακίτσου, με την ονειρική φυγή τους αλλά και τη μοντερνιστική και ενίοτε υπερρεαλιστική συνδιαλλαγή τους με τον χρόνο, όπως αποκαλύπτουν και οι ιστορίες σε πεζόμορφο λόγο στο τέλος του βιβλίου, δεν δανείζονται (ούτε τα ποιήματα του Σεφέρη άλλωστε) το ακατέργαστο υλικό της ονειροπλασίας. Δεν είναι ονειρώδη, αλλά εμπεριέχουν ονειρικά στοιχεία. Αξιοποιούν μονάχα τη δυνατότητά τους να εκπληρώνουν, στη βάση γερών λογοτεχνικών θεμελίων και με τις επιταγές μιας πειθαρχημένης γλώσσας που αρνείται τις ρωγμές, ασύνειδες επιθυμίες.

Γιατί, ορισμένες φορές, τα γεγονότα εκπληρώνονται με στίχους: «Ανέβηκα με τους φίλους μου και γυρίζαμε την Ελλάδα
Γυρίσαμε τον κόσμο τα σύννεφα».

Οι φίλοι του δεν το έχουν κουνήσει μάλλον από καφενείο πλησίον της πλατείας Συντάγματος. Ούτε κι εμείς˙ μπορούμε όμως καθώς ζούμε την πραγματικότητα να ζήσουμε και κάποιο όνειρο. Με αυτό το ποιητικό τέχνασμα, τις νοερές γατίσιες περιπλανήσεις, που έχουν ωστόσο κρατήματα στην Ιστορία, ο ποιητής δεν κλείνει την πόρτα στην εποχή του. Κλείνει την πόρτα στην πληγιασμένη γύμνια της, στους ανθρώπους που δεν ξέρουν πώς ν’ αγαπηθούν (διασκευάζοντας εύστοχα πάλι τον Σεφέρη), που δεν αντέχουν να αποκαλύψουν την κατάντια τους αλλά δεν είναι και σε θέση να επανεπινοήσουν τον εαυτό τους. Τι τους λείπει; Ισως τα σημεία αναφοράς, η πυξίδα.

Σε αυτό το βιβλίο όλα είναι πιθανά. Ταξιδεύω παντού. Ο χρόνος είναι σχετικός. Είμαι άντρας ή γάτα. Νέος ή γέροντας. Δεν ξέρω. Ομολογώ ότι διαβάζοντας έχω παραπλανηθεί: ενώ εκπλήρωσα ήδη την επιθυμία μου να συναντήσω στα ποιήματα αυτού του αξιόλογου βιβλίου τον Σεφέρη, στο τέλος ο Δημήτρης Καρακίτσος (βιογραφικό του οποίου δεν κατάφερα να βρω) αποκαλύπτει ως ιστορική πηγή του το «Χρονικό μιας δεκαετίας» (στα Ανοιχτά χαρτιά) του Ελύτη. Ισχυρίζεται ότι εκεί θα μάθω τα πάντα για τον ποιητή Δ.Ι. Αντωνίου. Ενα πρόσωπο υπαρκτό. Ενας ποιητής εκκεντρικός και έκκεντρος. Κι από ό,τι φαίνεται, όχι και τόσο ξεχασμένος από το χρόνο.

Στο e-poema 

Advertisements