anaskeli21-1

Σε ύφος εξομολόγησης η αφηγήτρια-ποιήτρια, άρρωστη με πυρετό και κλινήρης, δίνει φωνή στην παιδική της ηλικία. Ποιος εμπιστεύεται όμως ένα λαλίστατο «άρρωστο» «γυναικείο» «σώμα» (για να θυμηθούμε την ανδρική ρομαντική ποίηση του 19ου αιώνα) που ισχυρίζεται πως είναι ένα ορφανό αποδημητικό πουλί; H μη διαυγής κατάστασή της θέτει εξαρχής υπό αμφισβήτηση την αλήθεια των γεγονότων, τα οποία σχετίζονται με το «θάνατο» του πατέρα και τη συνακόλουθη «ανδροκτονία», απάντηση της μητέρας στις αναμνήσεις. Στο κορίτσι πάντως απομένουν δύο επιλογές: είτε η ταφή του πατέρα είτε η επαναφορά του «νεκρού» με τη γραφή. Επιλέγει το δεύτερο. Μάρτυρας αυτού του ―κυριολεκτικού ή συμβολικού― φονικού είναι το ποιητικό ασύνειδο.

Η Νίκη Χαλκιαδάκη μάς εισάγει στο θέμα παρουσιάζοντας την κόρη να καθαρίζει το κρανίο του πατέρα της δίχως συναισθηματικές εξάρσεις. Η σκοτεινή αυτή τελετή αποτελεί την εναρκτήρια παράσταση της χαμένης μνήμης που επαναφέρει την πατρική φιγούρα και την ξαναχτίζει με την ποιητική φαντασία. Η επιτέλεση της «νέκυιας» περιλαμβάνει ερωτικά στιγμιότυπα (π.χ. αμφιφυλικές και επαμφοτερίζουσες σχέσεις, στο ποίημα «Bi-bi-bo»), διασκευές παραμυθιών (π.χ. μια αμφίσημη σχέση με το λύκο, στο «Βloody insane»), επαναφορά σχολικών έμφυλων σλόγκαν (π.χ. «Αγόρια ιππότες, κορίτσια μαύρες κότες»), φανταστικούς διαλόγους του κοριτσιού με τον πατέρα (π.χ. «Λαθρεπιβάτης ποδηλάτου»), επισκέψεις στον τάφο του (π.χ. «Μεταφυσική της παρουσίας»), καθώς και ταυτίσεις της γυναίκας με τον ανοίκειο άλλο: τον αρσενικό εραστή (π.χ. «Κατακραυγή»).

Στην ιεροτελεστία αυτή, το κορίτσι που μεγαλώνει δίχως το αρσενικό πρότυπο χαρίζει ένα ένα τα μέλη της κρατώντας τις ρώγες. «Εις τρυφερήν ανάμνησιν / ερωμένης, βρέφους, θηλαστικιάς», όπως γράφει ειρωνικά η ποιήτρια (σε καθαρεύουσα και με πειραγμένη την κατάληξη του ουσιαστικού «θηλαστικό», ουδετέρου γένους κανονικά). Ο αυτοτραυματισμός και η συρρίκνωση του σώματος σε έναν αποκλειστικά θηλυκό προορισμό, που διαρκώς ακυρώνεται, σε μια εθελούσια δηλαδή υποταγή στο ανέφικτο, είναι τραγική και συγκινησιακά φορτισμένη. Αντανακλάται και στο σώμα των ποιημάτων: είναι θηλυκά στο βαθμό που κινδυνεύουν. Γι’ αυτό στο βιβλίο αυτό, που φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο Ανάσκελη με πυρετό, τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί καταγγελτικά αλλά μόνο αμφίσημα και ελλειπτικά· η αλήθεια δεν πρέπει να γίνει άμεσα αντιληπτή από τους τιμωρούς της ποιήτριας· κρύβεται σε παρενθέσεις ή σε παρενθετικές παύλες και συχνά κωδικοποιείται με τη χρήση ξένων αγγλικών λέξεων. Οι τίτλοι των ποιημάτων δίνουν απαντήσεις στους ποιητικούς γρίφους ή εμπλουτίζουν την ιστορία ώστε η ερμηνεία να μένει ανοιχτή για τον αναγνώστη. Η υπόθεση κατανέμεται θραυσματικά και υπόρρητα, τα ποιήματα είναι σπονδυλωτά, γι’ αυτό έχει περισσότερο νόημα να διαβαστεί το βιβλίο και ως σύνθεση.

Σκηνοθετικά, ο παράλογος περιορισμός του εμπύρετου σώματος της αφηγήτριας-ποιήτριας καταστέλλει τη δυνατότητα για μια ευρύτερη, λιγότερο ιδιωτική, αντιμετώπιση του φαινομένου της ζωής. Αποτελεί ωστόσο το τέχνασμα για την παλινδρόμηση και εμβάθυνση στην παιδική ηλικία, που είναι ούτως ή άλλως καθοριστική για την κατανόηση του εαυτού μας: η περιορισμένη προοπτική δίνει προβάδισμα σε ένα επίμονο βλέμμα που εισδύει στους οικογενειακούς τοίχους. Οι υψηλές θερμοκρασίες αποτελούν επίσης ένα ιδανικό άλλοθι ώστε το βλέμμα να καταφέρει τομές στα οικογενειακά δεσμά, ανεξάρτητα από τις επιβολές της λογικής (αλληλουχίας) και τις αντιστάσεις που προβάλλουν συχνά ο φόβος της δημόσιας έκθεσης και τα ταμπού.

Με την πρόφαση και μόνο μιας «εργασίας ονείρου», η ποιήτρια ―«άρρωστη» άλλωστε γυναίκα― υποδύεται επιτυχημένα ένα κορίτσι που, αν και ενηλικιώνεται, επιμένει ν’ αντιλαμβάνεται και να χρησιμοποιεί τη γλώσσα με αθώα λογική. Με τη φαντασία της συμπληρώνει τα χάσματα ανάμεσα στα αληθινά γεγονότα, εκθέτει τις ψευδείς διηγήσεις των ζωντανών και αφήνεται στις σεξουαλικές ονειροφαντασίες του ύπνου επινοώντας υπερρεαλιστικές εικόνες ή κατασκευάζοντας νοητικές εξισώσεις ανάμεσα σε πράγματα ανόμοια. Η ποιητική φωνή υπόκειται σε μια αντίστοιχη με το μηχανισμό των ονείρων ασύνειδη λογοκρισία, ώστε να προστατεύει τους ανθρώπους ―αθώους και φταίχτες― από τη φρικαλέα αλήθεια και το τραύμα της πραγματικότητας. Γι’ αυτό ο αναγνώστης θα χρειαστεί να διαβεί ανάμεσα σε συχνά αινιγματικές ψυχολογικές συνάψεις, να ερμηνεύσει ζωομορφισμούς, να ξαναθυμηθεί τους μύθους και τα παιδικά παραμύθια, κυρίως την ηθοπλαστική τους τάση. Παρά τους ισχυρούς και ενίοτε κρυπτικούς συμβολισμούς, η λεκτική οικονομία και ακρίβεια, εις πείσμα του ονειρώδους παραληρήματος, χαρίζουν ισορροπία ανάμεσα στο σύνθετο συναισθηματικά υλικό των ποιημάτων και την απλή εκφορά του.

Αυτοβιογραφία

Την ώρα που ένας πληρωμένος δολοφόνος

μου ξεριζώνει την καρδιά

οι βελανιδιές αιμορραγούν

οι σκίουροι γεννούν μελάτα αυγά

τα τρώνε με τρυφερότητα

τα παραμύθια κλείνονται στο ψυχιατρείο

Ξυπνώ σαν ελάφι

Σαν ελάφι σταρ

Πρωταγωνιστώ σε αμερικάνικα κινούμενα σχέδια

Δώδεκα

Ώρα να γίνω πάλι κολοκύθα

 

ΕΓΩ πρόδωσα τη Χιονάτη

ΕΓΩ τη σταχτοπούτα

την Bambi

EΓΩ

 

Δεν κράτησα ποτέ το στόμα μου κλειστό

 

Τα ποιήματα είναι τα ίχνη μιας φονικής ιστορίας, όπου δεν κατονομάζεται ο δράστης. Ακόμη κι αν ένοχοι θεωρούνται σχεδόν αυτονόητα οι γονείς, τα ποιήματα φαίνεται πως οικειοποιούνται την παιδική ενοχή, χαρίζοντας στις λέξεις μια αίσθηση παραβατικότητας.

Η Χαλκιαδάκη συνεχίζει (σε άλλη τώρα λογοτεχνική συνθήκη) το νήμα από εκεί που το άφησε η γραφή της Καραπάνου (Η Κασσάνδρα και ο λύκος) ή της Μαστοράκη (Το σόι). Παρά τις οφειλές της στην αμερικανική εξομολογητική ποίηση, τα ποιήματά της δεν εξομολογούνται. Ο γνωστός στίχος της Αμερικανίδας Ανν Σέξτον «Mother, Father, I’m made of» στην προμετωπίδα του βιβλίου της δίνει κυρίως το θεματικό και ψυχολογικό πλαίσιο στο οποίο κινείται: η οικογένεια είναι η πραγματικότητα την οποία δεν μπορούμε ―ακόμη κι αν θέλουμε― να αρνηθούμε στο όνομα καμίας (έμφυλης) διαφοράς. Η οικογένεια ―αρσενική και θηλυκή συνήθως― είναι ό,τι είμαστε και μας πληγώνει. Αν η αλήθεια των γεγονότων ενοχοποιεί όσους αγαπάμε και διαλύει, το ψέμα (ως αλληγορία ή παραμύθι) αποτελεί μέσω επιβίωσης του τραυματισμένου και συστατικό της ποιητικής τέχνης που μας ενώνει. Με μια επώδυνη διαδικασία για τη/ον δημιουργό τους, η ποίηση αφαιρεί τα γεγονότα, όλα τα σωματικά φορτία, δείχνοντας μονάχα προς το μέρος της αλήθειας ή διασώζοντας κάποια από τα διδάγματά της.

Στο δεύτερο βιβλίο της η Χαλκιαδάκη δεν επαναφέρει ούτε διαιωνίζει το γυναικείο τραύμα αλλά το θεωρεί προϋπόθεση της ποιητικής δημιουργίας. Το τραύμα ανθοφορεί μέσα από το ποιητικό φίλτρο ενός ήπιου λυρισμού που βάζει στο δράμα σιγαστήρα. Τα ποιήματα πείθουν πως η γυναικεία γραφή (τόσο ως θεματική όσο ως μορφή) υπάρχει· έξω από το σκοτεινό πεδίο των διαδεδομένων προκαταλήψεων.

Στο e-poema

2_high