Ετικέτες

, ,

cover_FINAL2.jpg

Πίνακας: Γιάννης Κολιός

Όταν πρωτοάρχισα να καταστρώνω ποιήματα –γιατί και πώς και κάτω από ποιες συνθήκες κανείς δεν γνωρίζει, κι αυτό είναι το ωραίο–, ο καβαφικός Θεόκριτος ενσάρκωνε τον πόθο μου να συναντήσω τον ιδανικό δάσκαλο. Ήθελα κάποιον να μου πει αν λοξοδρόμησα, αν έπρεπε να συνεχίσω στην ίδια τροχιά ή να του στρίψω.

 

«… Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει

να ’σαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.

Εδώ που έφτασες, λίγο δεν είναι·

τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.

Κι αυτό ακόμα το σκαλί το πρώτο

πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.

Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο

πρέπει με το δικαίωμά σου να ’σαι

πολίτης εις των ιδεών την πόλι …»

 

Αυτά μου είπε. Τόσα πρέπει μόνο σε ένα καβαφικό —κυρίως ψευδοϊστορικό— ποίημα χωράνε και πουθενά αλλού. Γι’ αυτό μάλλον τον αγαπούσαμε τον Καβάφη στο σχολείο και τον ακούγαμε, παρότι ήταν κι εκείνος δάσκαλος που μιλούσε για τα πολύ παλιά, για όσα συνέβησαν προτού κανείς διανοηθεί την εποχή που γεννηθήκαμε. Τότε, ό,τι ερχόταν απ’ το παρελθόν μάς ήταν ξένο, άψυχο, τρομακτικό κι όσοι μάς το επέβαλλαν φαίνονταν κενολόγοι, άκαρδοι και δαίμονες. Τα πρέπει μύριζαν διδακτισμό· δεν θέλαμε να σκύψουμε. Θυμάμαι έναν ξερακιανό στο έδρανο που αγόρευε κι εμάς που γράφαμε κρυφά σε ραβασάκια στίχους για «το μεγάλο Ναι» και «το μεγάλο το Όχι» (που πλέον έγιναν κοινό τραγούδι) και γι’ άλλα διάφορα, για ταξίδια και «Ιθάκες», για την έκθεση στην «καθημερινήν ανοησία» και τις συναναστροφές. Ήταν τα λόγια του γέρου σοφού από τα βάθη. Ήταν τα λόγια του όπως τα νιώσαμε στην εφηβεία.

Τώρα στη μνήμη άλλος ένας καθηγητής ξεπηδά, που αποστρεφόταν σφόδρα τον Καβάφη αλλά επέμενε να τον διαβάζουμε: επιλεκτικά. Σπέρνοντας ανέμους, θέριζε όμως και θύελλες, γιατί κάποιοι καταλάβαιναν. Μέχρι και τα παιδιά που τόσο «φανατικά για γράμματα» δεν ήταν, ούτε πρόωρα ωριμασμένα και λυπημένα, έβρισκαν φιλόξενους τους στίχους του, συναντούσαν εκεί τη χαμένη τιμή της Νεότητας. Μια εύθραυστη, καταπώς την αντιλαμβάνομαι τώρα, υπερηφάνεια. Αλλιώτικη από τις άλλες τις εθνικές.

Εκείνα τα καβαφικά «τουλάχιστον», τα «όσο μπορείς» με πείθαν όμως περισσότερο. Επεφύλασσαν επιείκεια· μια καλοσύνη. Σαν να μας έλεγε ο γέροντας χτυπώντας μας τον ώμο φιλικά να ζήσουμε όπως θέλουμε αλλά να έχουμε το νου μας. Όχι για τιμωρίες που θέριευσαν σε απολιθώματα του χρόνου και για ηθικολογίες που δεν σκαμπάζαμε, μα για τον κίνδυνο να γίνουμε εχθροί του εαυτού μας από αμέλεια. Η ελευθερία που ποθούσαμε φύλαγε κινδύνους ωρολογιακής βόμβας.

Δεν μας εξέθετε, θέλω να πω, ποτέ ο δάσκαλος Καβάφης. Σεβόταν την ευάλωτη κι ευέξαπτη ηλικία μας, τα τρυφερά αισθήματα. Γι’ άλλους προγόνους έγραφε που τύχαινε και να μας μοιάζουν· στην ψυχολογία, στα φερσίματα. Κι ενώ δεν έφερναν σε ήρωες (όπως τους φανταστήκαμε ή όπως τους είχαμε μάθει με κάτι νά μεγάλα σώβρακα), μπήκαν σε ποιήματα, αφύσικες καρικατούρες, κι έπειτα θα ζούσαν για πάντα. Για πάντα. Σαν πρόσωπα μιας χορωδίας με πατριωτικά τραγούδια που τα τσαλακώσανε, που οι παραφωνίες τους σήκωσαν μπαϊράκι σε σιδερωμένες παρτιτούρες. Δεν ήταν ανυπότακτοι, μονάχα αδέξιοι. Κι ο Καβάφης τούς καλούσε στο προσκήνιο, τους χάρισε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, τους αγάπησε. Έτσι παρηκμασμένοι και ωραίοι, δεν ήταν ίδιοι με κανέναν. Ήταν ερωτικοί, μαζί και τραγικοί. Όπως η αλήθεια.

Στις λέξεις του Καβάφη, οι υπό διωγμόν έρωτες απελευθερώνονταν με μια συναίσθηση των ορίων τους τραγική. Η ελευθερία τους πήγαζε από μια σπάνια δεξαμενή αξιών που κάποιοι δεν άντεχαν ούτε σαν εικόνα να φέρουν στο μυαλό τους.

 

«Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,

όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,

αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα

γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,

κ’ ετρέμανε μες στην φωνή — και κάποιο

τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε …»

 

Όσο πιο απαγορευμένος και «άτυχος» ο έρωτας, πιο έρωτας. Όσο πιο ανέφικτος, πάνω στη σελίδα γίνεται σάρκα· ακόμη πιο έρωτας.

 

«… Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,

μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες

εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν,

θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·

πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα».

 

Μα ας μην προτρέχω. Αυτά θα τα μαθαίναμε αργότερα: ένα «Σύνταγμα της ηδονής», για παράδειγμα, δεν γινόταν ποτέ να αντικαταστήσει την εθνογραφημένη μας ποίηση. Οι «ανδρείοι της ηδονής» δεν έπρεπε να αποτελέσουν πρότυπα μίμησης των νέων.  Όμως ο χρόνος παρελαύνει με ριγμένες τις μάσκες του και σκληρά πολύ μας προσπερνάει.

Δεν έχουν θέση στο σχολείο οι επιθυμίες των παιδιών, γιατί; Μέσα μας, κι εκεί έξω, φλεγόταν κάποιο ιδανικό· έπρεπε να το κατακτήσουμε. Κι επειδή δεν ξέραμε πολλά από επαναστάσεις αλλά μας στένευαν κι οι νόρμες, ο ήρεμος Καβάφης με δίδασκε πώς να βγαίνω στα κλεφτά απ’ το δωμάτιο του «λόγου», ή, όποτε τα έβρισκα κομμάτι σκούρα, τα γνωστικά και θλιμμένα του μάτια μού ένευαν να κοιτάξω σε ένα πελώριο παράθυρο με παρτέρια. Με έναν ιδεαλισμό, είν’ αλήθεια: με εκείνη την αθώα ξεροκεφαλιά που και τώρα δεν μου είναι ξένη. Το είχε πει ο Καβάφης: έπρεπε να είμαστε διαφορετικοί αν αυτό ήμαστε.

Η ξεροκεφαλιά είχε και πόνο. Και τύψεις. Και κλάματα πολλά. Τίποτε δεν είναι εύκολο ενόσω ενηλικιώνεσαι. Ήταν η απαρχή μιας κακοτράχαλης ανάβασης που δεν πρόλαβε να το σκεφτεί, αφουγκράστηκε μονάχα στίχους:

 

«… Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι

και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.

Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας

που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης …»

 

Είναι πολλοί οι «Νομοθέτες». (Κι οι «τυχοδιώχτες» πολλοί, μα ας τους κλείσω σε καβαφική παρένθεση.) Ανάμεσα σε προσωπεία δεν ξεχωρίζεις τους καλούς, και πια δεν κακίζω όσους μετρούσαν με τα δάχτυλα και τα κουνούσαν. Εννοώ πως είναι ακόμα δύσκολο για μια ελληνίδα ποιήτρια να «πολιτογραφηθεί» αβίαστα ή αναίμακτα. Κι αν «πολιτογραφηθεί», ενδέχεται κι ίδια καχύποπτη να γίνει απέναντι στους «Νομοθέτες» της· κι απέναντι στον εαυτό της.

 

*

 

Πώς κεντρώνεται λοιπόν το περιθώριο και η διαφορετικότητα σε μια δεδομένη ιστορική συγκυρία; Πώς μεσουρανεί ένας ποιητής με τη μιγάδα του γλώσσα, τους αμήχανους παρηκμασμένους «ελληνικούς» ήρωές του και τη σημαία τού ομοερωτικού πόθου προβεβλημένη στις αρχές του 20ού αιώνα; Υποψιάζομαι πως ο στυλίστας ο Καβάφης μελέτησε πολύ, μα δεν καταδέχτηκε να μιμηθεί ό,τι του ήταν «φορτικό» και «ξένο», και πως το απόλυτα οικείο του το προστάτευσε, προβάλλοντάς το σε μάσκες που, μονολογώντας τάχατες, μας μιλούσαν δραματικά. Αποκάλυπτε κι έκρυβε το πρόσωπό του με ποιητικά τεχνάσματα. Άλλα δικά του, άλλα όχι.

Το αδηφάγο μάτι μας δεν μπόρεσε έτσι να τον βρει. Κι έγιναν όλα σταδιακά αποδεκτά: κυρίως η ειρωνεία. Κι ο Κωνσταντίνος, «απών», δεν πρόδωσε κανέναν: μήτε τους δασκάλους του τού γαλλικού συμβολισμού, του αγγλικού ρομαντισμού και του αισθητισμού, μήτε τη ζωή του, που δεν έτρεξε πριν από τα ποιήματα, μήτε κάποιους αναγνώστες του που έβλεπαν επιτέλους την ψυχρή μητροπολιτική Ιστορία υπό το πρίσμα του κοσμοπολιτισμού της περιφέρειας. Μήτε τους ποιητές που τον θαύμασαν πρόδωσε. Γιατί η ποίηση δεν είναι μονάχα μαθητεία. Είναι και επινόηση σε γερά (πολύ προσωπικά και βιωμένα) κρατήματα. Και μας προειδοποιεί: να φυλάτε τα νώτα σας.

Τιμώ αυτό τον σοφό που, όντας αμίμητος, με δίδαξε πολλά. Αν γινόμουν ένας Ιασής, ένας Καισαρίωνας, ο Αντώνιος, ο Δαρείος, ή οποιοσδήποτε αντιήρωας της μυθιστορίας του, θα υπέφερα μες στις παράκαιρες και παράταιρες παρενδυσίες. Και πώς θα αναπαριστούσα τα τρυφερά αυτά πρόσωπα, τα «δικά του», που αχνοφέγγουν μες στα χαλάσματα;

Στα ποιήματά σου, Καβάφη, ούτε μία γυναίκα που να ανακουφίζει. Η Άννα, βέβαια, έγραφε: απέδρασε απ’ το Κακό με λέξεις.

Δεν φτάνει να το σκάμε απ’ την έξοδο κινδύνου. Να φεύγουμε απ’ την κύρια είσοδο, ούτε λόγος. Απόδραση απ’ το παράθυρο. Για εκείνο το παράθυρο.

 

* Δημοσιευμένο στον τόμο Κ.Π. Καβάφης. Κλασικός και μοντέρνος, ελληνικός και παγκόσμιος, επιμ. Κώστας Βούλγαρης, poema, 2013

b189409