Κατερίνα Γώγου, «Μου μοιάζει ο άνθρωπος μ’ έναν ήλιο, που καίγεται από μόνος του», επιμ. Ευτυχία Παναγιώτου, Καστανιώτης, Αθήνα 2018

Ετικέτες

, , ,

ΕΞΩΦΥΛΛΟ_ΓΩΓΟΥ

Όπως και να ’χει, συνέντευξη ίσον λούμπα. Δεν είμαι απ’ αυτούς που πιστεύουν πως μέσα απ’ τις «επαναστατικές» απαντήσεις μου θ’ ανατρέψω τον αστικό Τύπο. Αυτό το «μπες μέσα να τ’ αλλάξεις» δεν περνάει πια. Πολύ απλά η συνέντευξη είναι στριπτίζ μπροστά σ’ αλλήθωρα μάτια μπανιστιρτζήδων αναγνωστών (ευτυχώς όχι όλων). Μπροστά σ’ ανώμαλους σεξουαλικά «ειδικούς» που τα ξέρουν όλα. […]

Τέχνη σημαίνει έρωτας. Κι ο έρωτας είναι δικαίωμα όλων των ανθρώπων. Έρωτας σημαίνει ν’ αγαπήσεις παράφορα τον στραπατσαρισμένο εαυτό σου, γιατί μονάχα έτσι θ’ αγαπήσεις και τον δίπλα σου. Και έρωτας είναι η επιθυμία. Επιθυμία για ζωή, για τραγούδια, για σένα και για όλους. Και είναι η επιθυμία τέχνη επαναστατική με την αλήθεια του όρου, γιατί δε σηκώνει «επιτρέπεται» και «απαγορεύεται».

Για μένα δεν υπάρχει μεγαλύτερο έργο τέχνης απ’ τον άνθρωπο, που περπατάει ολομόναχος μέσα στο χρόνο με οδυνηρές συγκρούσεις μέσα του. […]

Μου μοιάζει ο άνθρωπος μ’ έναν ήλιο, που καίγεται από μόνος του. Κι η Τέχνη, σαν άρρωστος και γιατρός μαζί. 

Η Κατερίνα Γώγου μέσα από συνεντεύξεις, κείμενα και ντοκουμέντα. Η φωνή μιας σημαντικής ποιήτριας για την κοινωνία, την πολιτική, την τέχνη, τον συνάνθρωπο.

Σκέψεις για το πολιτικό στην ποίηση

Αν δεχτούμε, για χάρη της πρόκλησης, ότι υπάρχει «πολιτική ποίηση» ως κατηγορία ποίησης, θα χρειαστεί να ξεκαθαρίσουμε ότι η ποίηση που θα ανταποκρίνεται σε αυτή την κατηγορία πρέπει να εμπεριέχει και «ποίηση» και «πολιτική». Λόγω περιορισμένου χώρου, καταθέτω μερικές σκέψεις:

1. Με τον όρο «πολιτική ποίηση» υπονοείται ότι υπάρχει ποίηση «μη πολιτική». Αν αντιλαμβανόμαστε ακόμα τον κόσμο διπολικά, τότε η υπόλοιπη ποίηση πρέπει να θεωρηθεί προσωπική υπόθεση. (Άραγε πόσα ποιήματα χάθηκαν μεταξύ καθαρών αντινομιών;)
2. «Πολιτική» είθισται να χαρακτηρίζεται η ποίηση με βάση το θέμα της και όχι με βάση τη μορφή της. Και κάπως έτσι πέφτουμε ξανά στην παγίδα του δυϊσμού, να συζητάμε σαν ανατόμοι για «μορφή» και «περιεχόμενο».
3. Ακούγεται συχνά ότι η «πολιτικότητα» σχετίζεται με μια ποίηση που εκφωνείται στο δρόμο και σε άλλους δημόσιους χώρους. Γίνεται, λένε, προσβάσιμη σε όσους ή όσες δεν διαβάζουν (μα για κάποιο λόγο έχει προαποφασιστεί ερήμην τους ότι και χρειάζονται την ποίηση και τους αφορά κι ότι οι δυσκολίες πρόσβασης στην ποίηση είναι πρακτικές και υλικές).
4. Ένα ποίημα πολιτικού ρεαλισμού (με απλή ή και προφορική γλώσσα και πολιτικό θέμα) ενδέχεται να μην είναι πολιτικό. Ωστόσο έχουν γραφτεί σπουδαία πολιτικά ποιήματα στον ίλιγγο της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας της εποχής τους. Ας βρούμε τις ιστορικές αναλογίες και τις διαφορές.
5. Στα δικά μας γραμματολογικά, η «πολιτική ποίηση» είναι συνδεδεμένη με τη μεταπολεμική. Παραπλήσιοι όροι: «στρατευμένη», «αριστερή». Απασχολεί εξ αντανακλάσεως η δράση τού (είθισται άντρα) ποιητή, ακολουθούν συχνά αναγνωστικές (ιδεολογικές) προβολές: εξιδανικεύσεις, αποσιωπήσεις, η επιβολή των γεγονότων και της βιογραφίας. Κάποια ποιήματα που ανήκουν γραμματολογικά στην «πολιτική ποίηση» είναι στραμμένα όμως προς το παρελθόν. Εξομολογούνται πολιτικές εμπειρίες, ιστορικά τραυματικές και ηθικά καίριες. Πρόκειται για γόνιμο κομμάτι του μοντερνισμού μας, που συγκινεί, κι αυτό δεν είναι λίγο. Συγκινεί γιατί κάτι μάς λείπει.
6. Ως προς τη μοντέρνα ποίηση, ο Κ. Καρυωτάκης και ο Κ.Π. Καβάφης (ίσως όχι μόνο αυτοί) πέτυχαν και ποιητικές και πολιτικές τομές. Ο Καρυωτάκης σπάζοντας τον εθνικό ήχο της παράδοσης, ο Καβάφης υπονομεύοντας εξουσίες και στερεότυπα. Τα ποιητικά υποκείμενα και των δύο δικαίωσαν την ύπαρξή τους στον μοντέρνο κόσμο, αλλά και τη δική μας, και η δικαίωση αυτή αφορά το ότι αγωνίστηκαν σε απάτητο έδαφος: εισήλθαν με τη μεικτή τους γλώσσα και ταυτότητα σε περιοχές κινδύνου.
7. Η «πολιτικότητα» επομένως συνδέεται με την απόπειρα ανάκτησης της διαλογικότητας και της κοινότητας (δεν εννοώ εδώ τον κοινοτισμό). Προκύπτει από τον διαφορετικό κάθε φορά γλωσσικό τρόπο ή στάση με τα οποία το έργο ανοίγει διάλογο κοιτώντας προς ένα συλλογικό (αν υπάρχει) μετά.
8. Η αναλυτική κατηγορία «πολιτική ποίηση» είναι χρήσιμο εργαλείο για τη φιλοσοφία και τη φιλολογία. Μερικές φορές όμως το μόνο που ζητούμε (γράφοντας, διαβάζοντας, ζώντας) είναι να αισθανθούμε στο πετσί μας την πολιτικότητα. Αυτό συμβαίνει όταν κείμενο και ιστορικό βίωμα γίνονται στο χαρτί αδιαχώριστα, όταν είναι απόλυτα συνυφασμένα (με την έννοια, ναι, της ύφανσης). Όταν στο έργο —το σύνολο μιας ποιητικής διαδρομής— ηχεί και αντηχεί εκείνο που μόλις έσπασε και εκείνο που πάει να φτιαχτεί μια δεδομένη ιστορική στιγμή.
9. Συμβαίνει σπάνια. Μα δεν σημαίνει πως η «πολιτικότητα» δεν πρέπει να παραμείνει κομβικό στοιχείο διαμόρφωσης μιας ποιητικής. Η αποτυχία άλλωστε μιας απόπειρας μπορεί να οδηγήσει την ποίηση κάπου αλλού.
10. Αν η λέξη «πολιτικότητα» αποπροσανατολίζει, ας την πούμε «ιστορικότητα», σχέση (ποιητικών) υποκειμένων με την ιστορία. Ας την πούμε τολμηρή υπέρβαση της περιπτωσιολογίας. Ας την πούμε καθαρότερη αντίληψη —αν γίνεται— του περίπλοκου φάσματος της ζωής.

* Το σύντομο αυτό κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Φρμκ, τχ. 11, με αφορμή το αφιέρωμα «Το πολιτικό στην ποίηση». Η επιλογή-ανθολόγηση «πολιτικών ποιημάτων» έγινε από τους συντελεστές του περιοδικού (βλ. Εισαγωγή).

Athens Beat (ντοκιμαντέρ)

Ετικέτες

ATHENS BEAT. Ένα ντοκιμαντέρ για την «underground» καλλιτεχνική ζωή της Αθήνας τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης.

Θαυμασμός για το αποτέλεσμα και σεβασμός σε όσους εργάστηκαν σκληρά. Και μια παράξενη ζαλάδα γιατί δεν πιστεύουμε ότι αυτό το ντοκιμαντέρ έγινε αλλά πιστεύουμε ότι αυτό το ζήσαμε: αφού το βλέπουμε στο ντοκιμαντέρ.

Καλό σου ταξίδι, Athens Beat!

Δείτε το τρέιλερ:

Athens Beat [documentary 65 mins]

Ένας συγγραφέας αναζητά έναν γελαστό ήρωα στην Αθήνα της Κρίσης, κάποιον που να ζει την κάθε στιγμή σαν να είναι η τελευταία. Ακολουθώντας μια μπάντα με χάλκινα και τους ακροβάτες ενός ιδιόμορφου τσίρκου, θα ανακαλύψει μια κοινότητα καλλιτεχνών που βγάζει τη γλώσσα στην γκρίζα κανονικότητα και τα κάπιταλ κοντρόλ. Τελικά, ο συγγραφέας θα συνειδητοποιήσει ότι, κατά τη διάρκεια της Κρίσης, η Αθήνα μεταμορφώθηκε σε μια αυθεντική underground μητρόπολη της Ανατολικής Μεσογείου.

A writer is searching for a playful hero in crisis-stricken Athens, someone who lives every minute as if it were his last one. Following a brass band and a peculiar troupe of acrobats the writer comes across a community of artists who stuck their tongues out at the grey regularity and the Capital Controls. He finally realises that, during the crisis, Athens has transformed into a genuine underground weird city.
— Μusic bands: Elektrobalkana, Brass band of Metaxourgio & Keramikos, Rumba Mafia, Muchatrela Band, Cirko Cachivache, Rslg Quartet, L. Grigoriou & Global Daulia, Aera Patera, Afro Cargo +, The Sexy Christians, Madares, RadioSol, Zoro & Buzz Drum bands: Batala Atenas, Bloco Swingueira, Anasa
Camera: Anna Antonopoulou, Apostolis Koutsianikoulis, Aris Pavlidis, Vangelis Bekas, Zafeiris Chaitidis Script editor: Eftychia Panayiotou Subtitles: Nickie Lambrinakou, Stelios Giannoulakis Line producer: Kostas Kolimenos, Anna Antonopoulou Produced by Vangelis Bekas & George Bekas Abroad distribution: Series Balkans Distribution Sound design: Stelios Giannoulakis Written, directed & edited by Vangelis Bekas

Ανθολογίες ποίησης στο εξωτερικό

Πολλές ανθολογίες ποίησης ή γενικά λογοτεχνίας (πέντε από τις παρακάτω είναι ανθολογίες νεοελληνικής ποίησης) εκδόθηκαν στο εξωτερικό, καθεμιά με τη δική της στόχευση και μέθοδο, γνώση και αισθητική. Δεν διαβάζεις τους ίδιους/ες ποιητές/τριες σε όλες, και αυτό είναι χρήσιμο. Φαίνεται έτσι πόσο αμφιλεγόμενη είναι η αξιολόγηση μιας ποίησης που είναι ενεργή, ίσως μάλιστα να βρίσκεται ακόμα στην απαρχή της.

Η συμπερίληψη ποιημάτων μου σε ανθολογίες ενίοτε μου φέρνει χαρά, εφόσον γράφεται και εκδίδεται πια πολλή ποίηση, άρα καμία συμπερίληψη δεν θεωρείται δεδομένη. Συχνότερα όμως τις αντιμετωπίζω με απορία ως προς το αν μπορεί να χαρτογραφήσουν την παρούσα ποιητική πραγματικότητα. (Ίσως αυτός να μην είναι ο στόχος τους όμως.) Πολλοί/ες καλοί/ές ποιητές/τριες για διάφορους λόγους, που μπορεί να είναι ορισμένες φορές και τυχαίοι, δεν συμπεριλαμβάνονται στις ανθολογίες, ίσως και σε καμία, κι εδώ τίθεται κι ένα ζήτημα που αφορά τους αποκλεισμούς (όχι μόνο τον αριθμό σελίδων που αφιερώνονται σε κάθε ποιητή/τρια, όπως ίσως παλιότερα, στο μεσοπόλεμο) αλλά και τις διαφορετικές οπτικές, εμπειρίες, ιδεολογίες (εξωτερικό/Ελλάδα, το βαθμό δραστηριοποίησης ποιητικών κύκλων με ορισμένα χαρακτηριστικά, αισθητική ανθολόγων κ.ά.). Επίσης η ανθολόγηση αλλάζει κάπως και την αναγνωστική λειτουργία και την ποιητική αίσθηση, λόγω της αποσπασματικότητας που τη διακρίνει και την οργάνωση των ποιημάτων γύρω από έναν εκδοτικό σκοπό. Είναι δύσκολο να βρει κανείς από τις ανθολογίες τον/την ποιητή/τριά του, θα χρειαστεί να ψάξει λίγο πιο βαθιά (αν η ανθολογία λειτουργεί ως πρώτο ερέθισμα, αυτό είναι θετικό). Επιπλέον η επιλογή ποιημάτων ίσως γίνεται με κριτήριο και τη μεταφρασιμότητά τους, ή ακόμη τη δυνατότητα να βρεθεί ο/η κατάλληλος/η μεταφραστής/τρια (δεν είναι ακριβοπληρωμένοι/ες ή κάποιοι/ες ενδέχεται να μην πληρώνονται), άρα στην ανθολογία ίσως μην έχουν επιλεγεί τα καλύτερα ποιήματα ή καλές μεταφράσεις. Το θέμα είναι περίπλοκο, κι αυτό το διαπιστώνει κανείς αν συγκρίνει τις πρακτικές διάδοσης, ερμηνείας και οριοθέτησης της νεοελληνικής ποίησης με εκείνες του παρελθόντος, ακόμη και του πρόσφατου, του μεταπολιτευτικού, εποχή που συνδέεται και πιο εμφανώς με τη λειτουργία της διαφήμισης και της αγοράς ή εκείνου που στη θεωρία λέγεται: υλικοποίηση του συμβολικού.

Υπάρχει όμως εδώ πολιτισμικό ενδιαφέρον: κάποιοι/ες από το μέλλον θα συγκρίνουν τις επιλογές τού τώρα με εκείνες τού μετά και θα αποφανθούν αξιολογικά, ανάλογα και με τα ιδεολογικά, ιστορικά, κοινωνικά και αισθητικά συμφραζόμενα στα οποία ζουν καθώς και με βάση τις ανάγκες τους (πρακτικές, οικονομικές, επαγγελματικές). Θα αποφανθούν για το τι «συνέβη» στη νεοελληνική ποίηση την περίοδο αυτή, η οποία φέρει γενικευτικά το όνομα «Ελλάδα της κρίσης». Μπορεί βέβαια οι ανθολογίες αυτές να ξεχαστούν από τις επόμενες. Το μέλλον είναι αβέβαιο.

Ο χρόνος όμως είναι ο πιο αδυσώπητος κριτής, με αυτόν αναμετριέται η τέχνη.

Ανθολογίες.jpg

«Το ποιητικό υποκείμενο παράγεται από τα ποιήματα» | συνέντευξη της Ευτυχίας Παναγιώτου στον Ανδρέα Πολυκάρπου

Ετικέτες

1ed

Η Ευτυχία Παναγιώτου είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση ποιήτριας που δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις σε Κύπρο και Ελλάδα. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, έχει μεταφράσει ποίηση ενώ δικά της ποιήματα έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά και γερμανικά.

Από πολύ νωρίς έχει καταφέρει να δημιουργήσει τη δική της ποιητική γλώσσα και να δομήσει το ποιητικό της σύμπαν μέσα από σουρεαλιστικές εικόνες οι οποίες, όμως, δεν ακολουθούν την πεπατημένη της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής με τις έτοιμες συνθέσεις λέξεων.

Η ποίηση της διατηρεί ζωντανές τις εικόνες μέσα στις λέξεις. Τις ακολουθείς και μπορείς να βλέπεις μπροστά σου έναν ολόκληρο θίασο εννοιών που πρέπει να αποκρυπτογραφηθούν.

Λέξεις και φράσεις, που με μιαν πρώτη ματιά φαντάζουν ειρωνικές μα που αν μπει κάποιος στο βαθύτερο νόημα τους τότε μπορεί να αντιληφθεί ότι ακολουθούν ένα μοτίβο πολλαπλών ερμηνειών.

  • Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;

Η έννοια της «ταυτότητας» συνδέεται με τους κοινωνικούς ρόλους της εποχής (π.χ. ο ποιητής φανφάρας, ή ο στρατευμένος ποιητής, ή παλιότερα τουλάχιστον ο εθνικός ποιητής). Η έννοια της «ετερότητας» αξιοποιήθηκε ως η ακριβώς αντίθετη της ταυτότητας, και κάτω από την ομπρέλα της περιλήφθηκαν, ίσα και όμοια, όσοι διαφέρουν από το μεγάλο ρεύμα της ταυτότητας. Με τους όρους «ταυτότητα» και «ετερότητα» δηλαδή είναι σαν να λέμε ότι έχουμε μόνο δύο μεγάλες κατηγορίες ποίησης. Αλλά αυτό το διπολικό βλέμμα δεν μας εμποδίζει τελικά να δούμε αυτά που υπάρχουν ανεξάρτητα από τις αντιλήψεις μας, ή δεν βάζει τρικλοποδιές στις απόπειρες να συλλαμβάνουμε πραγματικότητες πέρα από βεβαιότητες κονσέρβας;

  • Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό; 

Το ποιητικό υποκείμενο παράγεται από τα ποιήματα.

  • Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;

Δεν νομίζω ότι οι πληγές κλείνουν ή ότι πρέπει να κλείσουν σαν να μην υπήρξαν, και σίγουρα δεν νομίζω ότι η «τέχνη» αποτελεί έναν ανεξάρτητο από εμάς μηχανισμό που θεραπεύει. Είμαστε διαρκώς εκτεθειμένοι στον κίνδυνο να πληγωθούμε ή να πληγώσουμε (ενίοτε και με την τέχνη), αλλά ας μην είμαστε μελοδραματικοί: οι ουλές μπορεί να διαβαστούν και ως ίχνος του αγώνα μας με τη ζωή (δεν χρειάζεται η διαλεκτική να είναι ενδότερη, δηλαδή μονολογική).

Η θεραπευτική αίσθηση που δημιουργεί η τέχνη ίσως προκαλείται από εκείνο που προϋποθέτει κάθε τέχνη που είναι τέχνη: τη δημιουργία μετά και μέσα από την επίγνωση του θανάτου. Δηλαδή, αν η τέχνη που παράγουμε έχει λόγο ύπαρξης για τη ζωή, τότε κάπου κάπως κάποτε κάποιος θα βρει σε αυτήν μια ανακούφιση για τους δικούς του λόγους.

  • Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;

Αυτή τη στιγμή αισθάνομαι πιο κοντά στο δεύτερο ως προς το αποτέλεσμα της γραφής, αλλά έχω μερικούς συνοδοιπόρους ποιητές: απολαμβάνω και μαθαίνω από τις αισθητικές διαφορές μας.

  • Ποιες εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιες εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;

Και στα τρία βιβλία που εξέδωσα ώς τώρα (μέγας κηπουρόςΜαύρη ΜωραλίναΧορευτές) στο προσκήνιο βρίσκονται πολλοί και διαφορετικοί άνθρωποι, οι δράσεις τους, τα πολύτιμα σφάλματά τους, αλλά και η διεκδίκηση συνολικά μιας χειραφετημένης ζωής. Που είναι παράδοξη: διατηρεί ένα μεγαλείο δυσανάλογο με το γεγονός ότι μπορεί, όπως και η γλώσσα που μιλάμε, να μη διαρκέσει για πάντα.

  • Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;

Οι ποιητικές μεταφορές δεν είναι μόνο διερωτήσεις που αποσιωπούν αλήθειες, ούτε και μονολεκτικές απαντήσεις όπως αυτές που δίνουμε στα κουίζ και στα δημοψηφίσματα. Ενορχηστρώνουν στάσεις ζωής ανά ιστορική στιγμή. Διαφωνώ εν μέρει με την άποψη ότι η τέχνη θέτει μόνο ερωτήματα. Θέτει κυρίως ερωτήματα αλλά τα ερωτήματα που θέτει οδηγούν στο να σκεφτούμε τις απαντήσεις. Εμένα με ελκύει η ποίηση εκείνη που γραπώνει τον αναγνώστη και τον ρωτά τι διάολο κάνει σε αυτό τον κόσμο, που τον ρωτά αν είναι ευτυχισμένος με τις επιλογές του. Με ελκύει η ποίηση εκείνη που αναδεικνύει επίσης κόσμους με τους οποίους δεν νιώθουμε τόσο άνετα επειδή δεν είναι «δικοί» μας, δεν τους ξέρουμε και τους φοβόμαστε. Συνήθως η ποίηση αυτή δεν καταναλώνεται, δηλαδή δεν διαβάζεται για να διαβαστεί, αλλά προκαλεί αμηχανία. Ίσως γι’ αυτό συχνά ακούμε ότι η ποίηση είναι πολύ «δύσκολη».

  • Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;

Ό,τι αναπνέει μέσα και ανάμεσα στους στίχους χρειάζεται το διάλογο με τον αναγνώστη (δεδομένου ότι ένα βιβλίο φτάνει στον αναγνώστη). Χρειάζεται να ρωτήσουμε ως αναγνώστες τι είναι αυτό που λέγεται μέσα σε ό,τι ειπώθηκε, αν βέβαια αυτό που ειπώθηκε μας υπολογίζει. Θέλω να πω ότι δεν ορίζονται τα νοήματα προγραμματικά. Βιώνονται πρώτα μέσα από συναντήσεις, που παράγουν αναπάντεχα νοήματα και συσχετίσεις. Για να βιωθεί όμως το μυστήριο της ανάγνωσης ή και της γραφής χρειάζεται να είμαστε ανοιχτοί, έστω από ένστικτο, σε αυτή τη διαλογική διαδικασία.

  • Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;

Μπορεί στην αρχή να γίνει, είτε γιατί μπαίνει κανείς στη γραφή κοινωνικά αδύναμος ή, αν συζητάμε για τον αναγνώστη, επειδή διαβάζει με την αίσθηση πως ό,τι κάνει και πιστεύει δεν είναι απόλυτα αποδεκτό κοινωνικά (συνιστά «ετερότητα»). Για μένα η ποίηση δεν είναι όμως καταφύγιο, γιατί σε ένα καταφύγιο απλώς επιθυμείς να προστατευτείς, ενώ η ποίηση συνδέεται περισσότερο με τον αγώνα να κερδίζεις τη ζωή σου συνέχεια, και με την απαίτηση αυτή η ζωή να μην καταδικάζεται σε μια κρύπτη.

  • Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;

Ποιητικός θα ήταν ίσως ένας κόσμος που δημιουργεί μέσα από το χάος, την έλλειψη(;) νοήματος και τις επώδυνες αντιφάσεις ενδεχόμενα προόδου ή συνολικά πιο ευτυχισμένες κοινωνίες. Αυτό στην πράξη δεν αντέχεται, γιατί ζούμε σε ιλιγγιώδεις και ανθρωποφαγικούς ρυθμούς, που επιπλέον μας διδάσκουν την οργανωμένη λήθη των επιθυμιών μας. Παρά την ύπαρξη ποίησης και την πλούσια παραγωγή της, αυτή τη στιγμή στα μάτια μου η ποίηση λειτουργεί κοινωνικά είτε ως ακριβή βιτρίνα είτε ως περιθώριο (των «τρελών» ή μιας «ελίτ»). Η γνώση αυτή μπορεί όμως να χαρίσει στα γραπτά ή τις χειρονομίες μας μια σπάνια δύναμη.

 

Πηγή: Βιβλιογωνιά (Offsite Cyprus)

 

 

Ευτυχία Παναγιώτου | «Αρχαιολογία», αδέσποτο ποίημα 

Ετικέτες

,

outlived_thumb_200_271

Pat Perry | Outlived

Παγώνουν σε κάδρα αναμνήσεις.
Οργώνουν το δρόμο καδρόνια.
Εγώ κάθομαι, βλέπω

το φως ν’ αγκυλώνει.

[…]

~ από το ποίημα Αρχαιολογία

Εργαστήρι Ποιητικής Τέχνης (α’ κύκλος), στο Σπίρτο

Συνάντηση γνωριμίας: 1η Οκτωβρίου 2016, στις 6 μ.μ.

Έναρξη: 8 Οκτωβρίου, στις 6 μ.μ.

Μαθήματα κάθε Σάββατο 6-8 μ.μ. στο πολύ φιλόξενο καλλιτεχνικό εργαστήρι «Το Σπίρτο».

Διάρκεια: 3 μήνες (12 δίωρες εβδομαδιαίες συναντήσεις)

Συντονίστρια: Ευτυχία Παναγιώτου

  1. Το εργαστήρι ποιητικής τέχνης απευθύνεται σε όσους αγαπούν την ποίηση και θέλουν να αναμετρηθούν για πρώτη φορά με τις προκλήσεις της ποιητικής γραφής ή, ακόμη, να βελτιώσουν τον ποιητικό τους λόγο.
  2. Το εργαστήρι δεν διδάσκει στους συμμετέχοντες έναν ιδεατό τρόπο γραφής αλλά πώς να ανακαλύψουν τον ιδεατό τρόπο γραφής για τον εαυτό τους. Τα θεωρητικά και πρακτικά εργαλεία που θα επιστρατεύσουμε θα τους κατευθύνουν ώστε, δίχως να αποθαρρυνθούν από τον πολυσύνθετο μορφικά και πολιτισμικά κυκεώνα της ποιητικής τέχνης, να διαμορφώσουν την προσωπική ποιητική τους φωνή.
  3. Ο δημιουργός πρωτότυπου ποιητικού κειμένου είναι όμως και αναγνώστης και επιμελητής-διορθωτής ποίησης. Γι’ αυτό το λόγο, το εργαστήρι θα εστιάσει στο τρίπτυχο δημιουργική ανάγνωση, δημιουργική γραφή, δημιουργική διόρθωση.

Περισσότερα για την ύλη και το ύφος του εργαστηρίου εδώ.

Κολάζ_facebook.jpg

Λένα Καλλέργη, «Περισσεύει ένα πλοίο», Γαβριηλίδης, 2016

Ετικέτες

, , , ,

WP_20160903_15_28_30_Pro (2)WP_20160903_15_25_29_ProWP_20160903_15_26_01_ProWP_20160903_15_26_28_Pro

Για την Ελένη Βακαλό [και τη Ροδαλίνα]

Ετικέτες

, , , ,

eleni_vakalo

«Ο τρόπος να κινδυνεύομε είναι ο τρόπος μας σαν ποιητές»

 

Περπατώ περπατώ

Η κυρά Ροδαλίνα κι εγώ

 

Εγώ είμαι η Ροδαλίνα

Αλλά η κυρά Ροδαλίνα δεν είναι εγώ

Ελένη Βακαλό

 

εγώ όμως ζω

      — χορεύω χάος

με λένε Μωραλίνα, κι όμως αυτή δεν είμ’ εγώ

Ευτυχία Παναγιώτου

 

 

Περιδιαβαίνοντας και πάλι το «δάσος» της Ελένης Βακαλό (1921-2001) διάβασα για πρώτη φορά ποιήματά της τα οποία δεν είχε συμπεριλάβει στον συγκεντρωτικό της τόμο Το άλλο του πράγματος (1995), ποιήματα των τριών πρώτων της συλλογών (1945, 1948, 1951), ποιήματα που κατά κάποιον τρόπο, σιωπηρά, αποκήρυξε. Ήρθα τότε αντιμέτωπη με κάποιες παράδοξες, σχεδόν μαγικές, συμπτώσεις, ανακάλυψα ένα είδος συνομιλίας μαζί της που αγνοούσα. Κάποιος φιλόλογος, έχοντας στα χέρια του τα τεκμήρια, τις γραπτές λέξεις, θα ονόμαζε μια τέτοια συνομιλία «επιρροή». Ο Χάρολντ Μπλουμ θα την ονόμαζε «αγωνία της επίδρασης».

Τα τεκμήρια όντως υπάρχουν, αλλά θα ορκιζόμουν πως δεν διέπραξα κάποιο έγκλημα, εφόσον στον τόπο του εγκλήματος είχα έρθει μόνο μετά. Σε εκείνο το «δάσος» της Βακαλό, όπου διαπράττονται ποιήματα, βρήκα τη «Γυναίκα που κλαίει» του Πικάσο, που η δική μου Μαύρη Μωραλίνα, ηρωίδα του δεύτερου, ομίτιτλου βιβλίου μου, ονομάζει με αυτοσαρκασμό «Κλαιόμενη Κυρία». Συνάντησα και τον ατίθασο Μοντιλιάνι, για τον οποίο πένθησε αρκετά η αυτόχειρας γυναίκα του, με την οποία κλαίει και η Μωραλίνα, μοιραζόμενη ένα ανάλογο πάθος. Στο «δάσος» της Βακαλό άκουσα τη φωνή της να τραγουδά το στίχο «Η γυναίκα μου βγάζει από το πηγάδι νερό» και άρχισα να φοβάμαι. Γιατί έχω δει τη Μωραλίνα να ζωγραφίζει ένα πηγάδι και, από την εμμονή της να εισέλθει στο απροσμέτρητό του βάθος, να πιέζει με το μολύβι το χαρτί και να το σκίζει. Να σκίζει το χαρτί σαν να πνίγεται. Όταν, στο τέλος, η δική μου μοναχή, η λέξη, συνάντησε της Βακαλό τη μοναχή, την ποίηση, παρέδωσα τα όπλα στη μαγεία.

Δεν ήξερα πως οφείλω τόσο πολλά στην Ελένη Βακαλό. Ήξερα μόνο για το ρόλο που έπαιξε η κυρα-Ροδαλίνα (πρόσωπο που πρωταγωνιστεί σε δύο μετέπειτα συλλογές της σαν ηρωίδα μυθοπλασίας) στον ψυχισμό μου και στον τρόπο που διαβάζω ποίηση. Έναν χρόνο μετά την έκδοση του βιβλίου μου Μαύρη Μωραλίνα, μπορώ και πλάθω πια την παρουσία της στη ζωή μου. Η κυρα-Ροδαλίνα τής Βακαλό με τις παλάβρες και τις περιπέτειές της με βγάζει έξω από το σπίτι μου, με πετάει στο δρόμο. Γιατί η ποίηση είναι «του κόσμου», το είπε με τον ολοδικό της τρόπο η Βακαλό, και με τους στίχους της το έκανε πράξη. «Της Ροδαλίνας η φυλή / Της Ροδαλίνας η ψυχή / Διάβηκε από μπροστά μας // Κι η Ροδαλίνα έγινε και περπατεί τον κόσμο» (Το άλλο του πράγματος, 208).

Οι διδαχές μιας τέτοιας διαπίστωσης είναι ίσως σκληρές για έναν νέο ποιητή. Εμένα με υποχρέωσαν να αμφιβάλλω για την αναγωγή του προσωπικού βιώματος –της εξομολόγησης– σε ποιητική, με υπέβαλαν στη δυσάρεστη διαδικασία της αυτολογοκρισίας. Όσοι νέοι γράφουμε ξέρουμε πολύ καλά το αναπόδραστο του spleen, την ποίηση του κλειστού δωματίου, την ποίηση της απόγνωσης, την παγίδα να γράφουμε για τον εαυτό μας.

Η Ε. Βακαλό, ριγμένη για άλλη μια φορά στον κόσμο με τα Γεγονότα και ιστορίες της κυρα-Ροδαλίνας το 1990, στην προμετωπίδα της συλλογής της, προέτρεπε: «Όπου θα το σταματήσω / Άλλοι ας το προχωρήσουν» (218). Ήταν λες και αποτύπωνε έτσι την ανάγκη να συνεχιστεί μια ιστορία, σαν δημοτικό τραγούδι ή σαν έπος — ή απλώς, κι αυτό είναι το πρωτότυπο, σαν ποίημα σε συνέχειες.

 

ΑΝΤΙΚΡΙΣΤΟ

 

Επομένως τη Ροδαλίνα γράφοντας

Έχω μπροστά μου δρόμο

Εδώ που κάθομαι

Κι αλλού που τρέχει ο νους μου

Απρόβλεπτα τα πάθη της

Εσείς που τα διαβάζετε

Τι έκανε, τι έπαθε

Αλήθεια δεν θα βρείτε

Κι αν μαθευτεί ποια ήτανε

Η Ροδαλίνα μια ή δυο

Κι η τρισκαταραμένη

Στην αμαρτία ανέπαφη

Και να τη διώξω, μένει

(214)

 

Και να τη διώξω, η ποίηση της Βακαλό μένει. Έχοντας ήδη ολοκληρώσει την πρώτη γραφή της Μαύρης Μωραλίνας, έβλεπα σταδιακά τα ρήματα στο χαρτί να αλλάζουν, το πρώτο και το τρίτο πρόσωπο κοιτούσαν το ένα το άλλο μπερδεμένα, ο πληθυντικός ακόμα αμφισβητεί τον ενικό, και το αντίθετο. Η νέγρα Μωραλίνα, που τίποτα μάλλον κοινό δεν έχει με την κυρα-Ροδαλίνα πέρα από την κατάληξη του ονόματος, είναι εντούτοις μια σύγχρονη εκδοχή της «θηλυκιάς αίσθησης», όπως την ονομάζει η Βακαλό στην ποιητική μυθιστορία της Το δάσος (1954):

Αν δε βρισκόμασταν σε μιαν εποχή που ο φόβος κυριαρχούσε –αίσθηση θηλυκιά– πιθανόν η ποιήτρια να στηριζόταν στο λυρικό στοιχείο περισσότερο, πιο σύμφωνο στην ιδιότητά της, η σύνθεση να μη της είναι φυσική. (Θα ήθελα να ξεκουραστώ.) Αντίθετα εδώ αισθάνεται ότι δε φοβάται μόνον αυτή (22).

Η Ροδαλίνα, που έτυχε να γεννηθεί γυναίκα, δεν κουβαλά το φορτίο του φύλου της όσο το απύθμενο βάρος της ιστορίας της, ένα από το οποία είναι και η επικυριαρχία του ορθολογισμού, η αρρώστια του πνεύματος και της παραδοσιοκρατίας. Η κυρα-Ροδαλίνα η τολμηρή στήνει καρτέρι στα παραδεδομένα, επικαλείται μέσα από πράξεις έναν κόσμο ατίθασο, αυθάδη, ο οποίος δεν υποτάσσεται στην τετράγωνη λογική ή στη στείρα διανόηση, αντιθέτως είναι πλασμένος με την ευφυΐα της φαντασίας. «Η Ροδαλίνα λοιπόν όπως τα είπαμε εδώ κι όχι πως έτσι ήτανε, απόκτησε γιατί σκέφτηκε τις ιδιότητες που δεν ήξερε πριν και ανέβηκε, όταν μετά θα περάσει από το δρόμο, στο κάρο των θεατρίνων» (ΒΣ 209). Από άποψη αισθητική, η Ελένη Βακαλό κατάφερε να διαρρήξει το όριο ανάμεσα στην απρόσωπη γλωσσική κατασκευή και στο προσωπικό βίωμα δίνοντας προβάδισμα στη δραματουργία. Τα ποιήματά της είναι ιστορίες με πλούσια πλοκή, περιπέτεια, υπόγειο χιούμορ, με ύφος, πρόσωπα και προσωπεία που έρχονται, χάνονται και ξαναγυρίζουν, σύμβολα με ψυχή, που ανατρέπουν τις παγιωμένες αντιλήψεις μας για το τι είναι ή «πρέπει» να είναι ποίηση. «Νομίζω πως ό,τι θαυμάσιο κι αλλόκοτο πια δε θα μοιάζει, μπορεί εκεί να συμβεί», γράφει (ΒΣ 96).

Η ποίησή της όσο πρωτοπόρα είναι άλλο τόσο είναι και δύσκολη. Το έργο της επιβάλλει μια αλλαγή νοοτροπίας γιατί τα βάζει με τους κανόνες της γραμματικής και του συντακτικού. Μας βάζει τρικλοποδιές. Συχνά χρειάζεται να διαβάσεις για δεύτερη φορά τους στίχους, με άλλη ανάσα, για να πιάσεις το νήμα. Οι λέξεις της ως φάσματα και ρυθμικά σύνολα μοιάζουν με σπαζοκεφαλιά και λογοπαίγνιο ανάλογα με το πώς τις βλέπεις κάθε φορά.

Επανέρχομαι στην ποίησή της και αρχίζω να κρύβω με τα δάχτυλα κάποιες λέξεις, διαβάζω όσες απομένουν, κι ύστερα πάλι επιλέγω άλλες για να πλάσω μια νέα ιστορία, να λύσω κάποιο αίνιγμα, που συνήθως αποκαλύπτεται στις επόμενες σελίδες, γιατί η Βακαλό, παρά τη φαντασία της, συνθέτει κόσμους που έχουν λογική. «Μπλέχτηκε η Ροδαλίνα τότε σε μια ιστορία είδος περίπου αστυνομικού, όπως το ποίημα άλλωστε που ανατρέπεται κάθε φορά σε εκδοχές, αν ήταν η Ροδαλίνα άλλη ή αυτή ή καμιά να μην ήταν, πολύ πιθανό» (ΒΣ 230). Όταν τα βρίσκω σκούρα, συμπληρώνω η ίδια τα κενά. «Και [μαζί με τη Βακαλό] διασκεδάζω» (ΒΣ 192).

Ομολογώ πως τα ποιήματά της τα γνώρισα σχετικά αργά, τα διάβασα σε μια ηλικία που η ποίηση με απασχολούσε πλέον ως αίνιγμα, όχι ως εφηβικό καταφύγιο, ως κατασκευή μιας νέας πραγματικότητας, βιωμένης παρ’ όλα αυτά, όπου τα πάντα είναι πιθανά, έξω από λογοτεχνικές παραδόσεις, έξω από πολιτικοκοινωνικά ιδεολογήματα. Η Βακαλό μού διδάσκει τι μπορεί να είναι ποίηση. Αποφορτισμένη είναι σίγουρα από το δυσάρεστο βαρίδι της σοβαροφάνειας, δεν είναι αφηρημένο σχήμα όμορφα διατυπωμένο, ένα, όπως καμιά φορά διατείνομαι, «ελληνικό ποίημα» (που προσαρμόζεται δηλαδή στην αφηρημένη φύση της ελληνικής γλώσσας και στη σκοτεινή μεταφορά τής μεταφοράς).

Αν αναλογιστούμε πως η Ελένη Βακαλό άρχισε να γράφει και να εκδίδει ποίηση τη δεκαετία του ’40, προτού καν οι γυναίκες αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου, γνωρίζοντας ότι η ιστορία της λογοτεχνίας δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει Ελληνίδες ποιήτριες τη δεκαετία του ’30, ίσως συνειδητοποιήσουμε πόσο δύσκολο ήταν το εγχείρημά της. Το είχε αντιληφθεί; Ίσως και όχι. Πόσο πετυχημένο όμως ήταν αυτό το εγχείρημα! Πώς κατάφερε να φέρει το μοντερνισμό στα όριά του, να τον επανεφεύρει, να κάνει «οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου», χωρίς να προσδεθεί στον υπερρεαλισμό, και εντέλει να πραγματώσει τις ίδιες της τις αξίες για τη ζωή, να δώσει πνοή στην πρώτη αρχή της ποίησής της: «ο τρόπος να κινδυνεύομε είναι ο τρόπος μας σαν ποιητές» (87)!

Κινδύνεψε, όπως γράφει η Άντεια Φραντζή στο βιβλίο της για την Ελένη Βακαλό Έμενε ποίημα (Νεφέλη 2005, 50-51), να μη γίνει καν κατανοητή. Κινδύνεψε, προσθέτω, να μην αγαπηθεί από τον αναγνώστη της, ασχέτως εάν ήταν πάντα προσανατολισμένη σε αυτόν, και όχι στους κριτικούς. Όπως γράφει στη συλλογή Το δάσος:

Αυτό το ποίημα

Δεν είναι για να το διαβάσουν

Όσοι δε μ’ αγαπούνε

Ακόμη

Κι από κείνους

Που δε θα με ξέρουν

Αν δεν πιστεύουνε πως υπήρξα

Σαν

Και κείνους

(14)

 

Και στις Παλάβρες της κυρα-Ροδαλίνας, 30 χρόνια μετά, γράφει:

Εκείνη με το χειρόγραφο

Αναγνωρίζει

Στο ράμφος του παμφάγου των λέξεων

Κι ο αναγνώστης πως είναι

Ερωμένος και αυτός, και αυτή

Αλλού, του αντιβοώντος

(205)

 

Τα ποιήματά της, που είναι το «άλλο του πράγματος», τα μαντεύεις. Το έργο της Βακαλό προαπαιτεί μια ενεργητική συμμετοχή. Δεν θα κλάψεις, αναγνώστη, διαβάζοντάς την, δεν θα προφυλαχθείς, δεν θα επιβεβαιώσεις τον κόσμο σου, δεν θα προβείς σε διανοητικά άλματα σχετικά με τις διακειμενικές της αναφορές (που είναι πολλές, αλλά χωνεμένες στις λέξεις της), δεν θα σου περάσει από το μυαλό να τη συγκρίνεις.

Ίσως γι’ αυτό την αγαπώ πολύ. Σαν τον τελευταίο έρωτα, όχι σαν τον πρώτο.

*

Περπατώντας στα σοκάκια της Αθήνας, αντικρίζοντας το ασφυκτικό μαρτύριο της ύπαρξης, διαβάζοντας συνθήματα και στίχους στους τοίχους, σκέφτομαι πόσο ευτυχισμένοι είναι, όπως έλεγε και η Βακαλό, οι ποιητές: «Και πώς προσφέρονται όλα σε κείνους / Βλέπουν στον τρόπο τους, τέτοιον, ένα σημάδι οι ποιητές / Ευτυχισμένοι που είναι / Δεν έχουν τόπο για να σταθούν κι έχουν ξημέρωμα» (ΒΣ 98). Είχε δίκιο. Συχνά αναρωτιέμαι τι σκεφτόταν όταν έγραφε, ποιο όραμα έριχνε στο χαρτί, ποιο σχέδιο ζωής υλοποιούσε. «Αυτή τη στιγμή εκείνο που με απασχολεί είναι η υπόσταση της γλώσσας, δηλαδή να ονοματίσω τα πράγματα για να υπάρχουν», αποκάλυπτε σε συνέντευξή της το 1995 στην ποιήτρια Μαίρη Γιόση (Διαβάζω, αρ. 351). Και η δική μου Μωραλίνα, πιστή σε μια ευτοπία, της απαντά: «Όταν γράφεις κάτι γίνεται». Όταν γράφεις, κάτι μαγικό γίνεται. Βγαίνεις από το σπίτι σου, μπαίνεις στην καρδιά σου. Το χέρι της χάραξε ποίηση χαιρετίζοντας την ιστορία.

«Χαιρετώ τον αιώνα που έρχεται. Τη σκληρότητα της κρίσης του για τον πρόγονο, από τον δικό μου αιώνα, την ξέρω»

(περ. Ποίηση, «Αποχαιρετώντας τον αιώνα», τεύχ. 14)

Δεν είμαι σίγουρη αν η Ελένη Βακαλό είναι ποιήτρια στη σκιά, παρότι η εποχή που έζησε και έγραψε δεν τη διάλεξε για τις ανάγκες της, δεν την τίμησε όσο θα της άξιζε (ή μάλλον όπως πιστεύουμε κάποιοι ότι της άξιζε). Για μένα ήταν μια ευτυχισμένη ποιήτρια. Αντιμετώπισε το σύνολο των συλλογών της σαν διακριτή πορεία του βίου της. Μου δίνει την εντύπωση πως κατόρθωσε να κάνει ό,τι ήθελε, όπως το ήθελε.

Η Βακαλό ίσως οραματίστηκε την ποίηση σαν μονοπάτι, το οποίο διαβαίνουμε με ό,τι εφόδια διαθέτουμε, αξιοποιώντας στο έπακρον κάθε δυνατότητα, έστω μικρή, ξεγελώντας καθετί που έχει αρνητικό πρόσημο με την εσωτερική μας ευρυχωρία.

«Κι επειδή θέλω όχι μόνον αγάπη αλλά και τιμή δίνοντας όπως σε συγγενείς μακρινούς έστω αν δυστυχήσουν κοντά τους πρέπει εκείνη την ώρα να είσαι / γιατί κοντά συμφορές είναι σε όλους / έτσι θ’ αρχίσω» (148)

 

[Δημοσιευμένο στον τόμο Ποιητές στη σκιά, επιμ. Γιώργος Μπλάνας, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2012, 125-131, μάλλον χωρίς τροποποιήσεις]

 

 

Εργαστήρι Ποιητικής Τέχνης | Αρχίζουμε 1η Οκτωβρίου

Ετικέτες

, ,

tmimata_septemvrioy-2016-copy-680x275

Πρόγραμμα

Εργαστήρι Ποιητικής Τέχνης (α’ κύκλος)