Νίκος Εγγονόπουλος | «Ένα τραγούδι για το φεγγάρι»

Ετικέτες

,

eggonopoulos01

«Τα παλαιά φεγγάρια, απάντησε, κομματιά

ζονται και γίνονται αστραπαί. Δεν βλέπεις
ότι, οσάκις βροντά, πώς λάμπουν σαν σπαθιά;»

«Ο Νασρ-εδίν και τα ανέκδοτα αυτού»

τα πιο ωραία τραγούδια
είν’ τα τραγούδια του φεγγαριού
υπάρχουν φυσικά
κι’ άλλα τραγούδια
πολλά
κι’ ωραία
—τί λέω: υπέροχα—
όμως τα πιο ωραία
πρέπει νάν το παραδεχτούμε
είν’ τα τραγούδια
των φεγγαριών

όταν
tes seins ruissellent d’ argent
φεγγάρια
σαν δε φοβήθηκες τις επαφές και τις θωπείες και τις ερωτήσεις νηρηΐδων
φωνάζοντας
μέσα στη νύχτα
ο πετεινός
δεν εννοεί ακριβώς τίποτε
ούτε τις πρόγνωσες καιρού που τ’ αποδίδουν
ούτε τις
φώκες
που χορεύουν μέσα στης Δήλου τα σκοτάδια σαν ξωθιές
κι’ από μακρυά κι’ από κοντά
είναι σα φλόγες ψυχρές
και μειδιά
φεγγάρια

οι κόρες με τις κόρες των ματιών τους αραδιάζουν
τα παραδείσια κάλλη τους
φεγγάρια
κι’ έτσι αραδιάζουν και στους τοίχους ποιητάς
κι’ άλλος κρεμιέται κι’ όλο μιλάει για στίχους
και στύβει την καρδιά του
σα σφουγγάρι
να τρέχουν τα αίματα μ’ ανταύγειες
αργυρές φεγγάρια

η γιαγιά κλώθει το τριφύλλι
ο τρελός μετρά την καταιγίδα
καπνοί του στερεώματος
σαν στέμμα
κάποτε ζώσαν τη ζωή και τώρα
ρυμουλκά θανάτου
πώς σωπαίνουν
χλωμά των Επιτάφιων λουλούδια
σεις
φεγγάρια

θάρθω στα μουσικά τρισάγια της οργής σου
βουβός κι’ άσκεπος
με χέρια να μετρούν τα χρόνια
να σου ραβδίσω μέσ’ στα μάτια
σου
τα χιόνια
που λάμπουνε σπαρμένα ναφθαλίνη κι’ άστρα
μακρές δεντροστοιχίες ορχουμένων
σε πουλημένης σου μνηστής τις κλάψες
να χορτάσω
τα άσπρα μούρα
που
κρεμούνε
στα μαλλιά σου
τα φεγγάρια

πίσω δε θα γυρίσει —το γνωρίζω—
αυτό το λίγο που έχει απομείνει
απ’ τη ζωή
των φεγγαριών κοντά σου ρόδα ανέμων
ναρκισσευτής της καταχνιάς
τα σιντριβάνια
πώς ιριδίζουν
μουσικές χαμού και καταφρόνιας
ψηλά τα χέρια ας σηκωθούν
μέσ’ στις παλάμες
να συγκεντρώσουμε τα νάματα
μιας ιδιαίτερης σοφίας
που δίνουν
σε όσους τα παρακαλούν με πάθος
τα φεγγάρια

ωρισμένως αυτό το τραγούδι προκαλεί θλίψη
σ’ αυτόν που το διαβάζει
και σ’ αυτόν όπου τ’ ακούει
όμως απ’ την αρχή δεν τόχαμε κρυμμένο:
αν είν’ τα ωραιότερα τραγούδια
είν’ φυσικά και τα πιο
γεμάτα πίκρα
τα τραγούδια που έχουν γραφή
για τα φεγγάρια
εξαίρεση —σημειώσατε— σε τούτο τον κανόνα
είν’ τα τραγούδια που έχουν γραφή κοντά
σε καταρράχτες
κι’ άλλα πάνω σε καταποντιζόμενο
καράβι
—ενώ η σειρήνα σεγκοντάρει αναμαλλιάρα—
κι’ άλλα που ετραγούδησε
κόρη
με άρπα
κάτω από μαδημένο άγαλμα παληάς θεάς
που να το
λούζουν
τα φεγγάρια

κλείσε τις γρίλλιες κι’ αφουγκράσου όξω ποιος περνάει
τα βήματα που ηχούν
είν’ το φεγγάρι
π’ ανατέλλει
σκέψου τη θάλασσα κι’ αποκοιμήσου
σκέψου τον έρωτα και ξύπνα
λύσε της τα μαλλιά
και να τα περεχάς
φεγγάρια

τα φεγγάρια πίσω από τα δέντρα
σαν τρίλλιες πιάνου μάς θυμίζουν την Ελλάδα
με τα σουραύλια τα λιμάνια της τους θρύλλους
η Γενοβέφα τον Ερωτόκριτο
για εραστή χαίρεται τώρα
του Πλάτωνα η στάμνα
—ως την πήγαινε στη βρύση—
του ξέφυγ’ απ’ τα χέρια και κοίτεται συντρίμμια
(μέσ’ στις οξυές της ρεματιάς
αμνοί εξιλαστήριοι οι αντάρτες)
ροδόσταμα και σπέρμα γίνοντ’
ένα
σαν λούζουν
την Ελλάδα
τα φεγγάρια

κοιμάσαι και τα βλέφαρα
και τα βυζιά σου ερεθίζουν
τους επιδέξιους τοξευτές στις πολεμίστρες
βρεθήκαμε πάλι εδώ
στον κάμπο
στο Εξαμίλι
η χέρα μου είναι της πλύσης σου η σκάφη
κι’ από πολύ κοντά τώρα ακούω
το σπαραγμό που δέρνεται μέσα στα στήθια σου
το ρέκασμά σου
ερωτική τρυγόνα
ενώ
απάνω στα σφουγγάρια
λάμπουν
τα
φεγγάρια

πάνω στις στέγες καπνοδόχες
πρωϊνές «κυράδες»
όλο νωχέλεια και μεγαλόπρεπη σαγήνη
προσμένουν τα περάσματα πουλιών του φθινοπώρου
—πολλά πουλιά κοπάδια
που φκιάνουν πάνω στον ουρανό σαν ένα γράμμα:
το γράμμα που ο καθείς προσμένει—
πάνω στις καπνοδόχες είν’
δυο περιστέρια
κάτω απ’ τις καπνοδόχες
είναι δυο περιστέρια-χέρια
που ρίχνουνε λουλούδια άσπρα
—ίσως νάν’ καμέλιες
γαρδένιες—
πάνω στα χνάρια τα εδικά σας
μαγικά
φεγγάρια

καβάλλα τ’ άτι καβαλλάρη κι’ άη Γιώργη
μέσ’ στο ντουλάπι θάβρης τα κοσμήματα
όπου θα φέρης
για να σωθούν οι κρίνοι των παρθένων
όμως
όταν περνάς στις λίμνες
να φωνάζης
λόγι’ αγάπης
στα νερά που
καθρεφτίζονται
φεγγάρια

χαίτες θεοί βαρούνε τις καμπάνες
μέσα στους κήπους που φωτίζουν
τα φεγγάρια
μυριόστομη απειλή οι κάλυκες της αμαρτίας
ρυπαρά παλάτια των τύψεων οι αγκινάρες
την πόρτα σου χτυπώ
έλα ν’ ανοίξης
τ’ άφταστο κάλλος σου
να δείξης
στα φεγγάρια

στα φρύδια σου εκρεμαστήκαν τα φεγγάρια
δύουνε τα φεγγάρια και πύρινη
ρομφαία
πίσω απ’ το λόφο ιχνηλάτης
ο νέος Δίας
για στύψε την καρδιά σου:
θα χυθή ιδρώτας
ο ιερός ιδρώτας του δουλευτή τ’ αδικοσκοτωμένου
και της μαχαίρας το λεπίδι
είναι φεγγάρι

η σκλαβιά —σωστά— πίκρες οπόχει
ελάτε όλοι και κάντε
το σταυρό σας
(ένας σταυρός ποτέ
δεν πάει χαμένος)
κυττάξτε
αλλά κυττάχτε γρήγορα:
δύει το φεγγάρι

_till_band_usa

«Η διάλυση είναι μια υψηλή ρομαντική πράξη» | Συνέντευξη στο Ηδύφωνο #18, 9.8.2015

Ετικέτες

, ,

«Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΥΨΗΛΗ ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ»

Συνέντευξη με τη Μαρία Μηνά, στο Ηδύφωνο #18, 9.8.2015

 

Φωτογραφία Χρήστος Διαμάντης

Φωτογραφία: Χρήστος Διαμάντης

Σε ένα παλαιότερο κείμενό σου αναφέρεις πως όταν πρωτοξεκίνησες να καταστρώνεις ποιήματα, ο καβαφικός Θεόκριτος ενσάρκωνε τον πόθο σου να συναντήσεις τον ιδανικό δάσκαλο. Θα έλεγες ότι πλέον έχεις εντοπίσει σηματωρούς δασκάλους;

Δεν συνάντησα τον ιδανικό δάσκαλο όταν τον είχα ανάγκη. Αναζητούσα ένα περιβάλλον αγάπης, ενθάρρυνσης και γνώσης μέσα στο οποίο θα μπορούσα να μάθω όσα υποψιαζόμουν ότι υπήρχαν. Όταν σου κουνάνε το δάχτυλο, ακυρώνεται η γνώση ως πνευματική ελευθερία. Όταν υπάρχει ψυχρός σεβασμός, χάνεται ο αυθορμητισμός που γεννά λαμπρές ιδέες. Ο Θεόκριτος του Καβάφη έλεγε στον Ευμένη πως ο αγώνας που έδινε δεν ήταν με τη γλώσσα μόνο ή για τις επιδόσεις, όσο με τις κοινωνικές νόρμες και με τον εαυτό του. Ότι η ποίηση δεν ήταν μονάχα αγώνας (αγώνισμα) αλλά και αγωνία. Ένα κορίτσι στην Κύπρο έχει να διανύσει μεγαλύτερες αποστάσεις σε λιγότερο χρόνο, κι όλα διαδραματίζονται μέσα της. Όταν νιώσεις νωρίς μια δυσεξήγητη δύσπνοια, και όλοι γύρω ανασηκώνουν τους ώμους, το έχεις καταλάβει ήδη: μπορείς να γίνεις ένας εξαιρετικός μαθητής χωρίς δάσκαλο. Ο Ευμένης πιστεύω τα κατάφερε (ίσως ήταν ο Καβάφης) επειδή έμαθε να αφουγκράζεται, να κρίνει, να ξεδιαλέγει. Και να ξέρει ποιος δεν είναι.

Τι σε ώθησε να καταπιαστείς με τη μετάφραση ποιημάτων των Ανν Σέξτον και Ανν Κάρσον; Θα ανίχνευες, εσύ η ίδια, κοινές ιδεολογικές συμπλεύσεις με τις ποιήτριες;

Μεταφράζω μόνο ό,τι με έλκει, αλλιώς δεν μπορώ να μεταφράσω καθόλου (ευτυχώς δεν βιοπορίζομαι από τη μετάφραση). Ίσως καθεμιά της να ανταποκρίνεται σε φαινομενικά αντιφατικές πλευρές του εαυτού μου, τις οποίες ήθελα να κατανοήσω καλύτερα. Οι εντάσεις και ο πόθος της Σέξτον, η εμμονική ελπίδα της ότι κάπου υπάρχει ευτυχία, συναντούν, σε άλλο στάδιο ζωής πια, το πνευματώδες χιούμορ της Κάρσον, που ρυθμίζει τον έρωτα και με το μυαλό της, δίχως να του απομυζά τίποτα και δίχως να την καταστρέφει. Και οι δύο πάντως μας χάρισαν ενδιαφέρουσες ερωτικές όψεις της ποίησης.

Είναι η έμπνευση μία πρόσκαιρη ευμάρεια; Πώς αναπληρώνεται, καμιά φορά, η απώλειά της;

Προτιμώ να σκέφτομαι την έμπνευση ως μια κατάσταση του μυαλού στην οποία μπορείς να βρεθείς μόνο κάτω από ειδικές συνθήκες, ως μια εμπειρία που σε βρίσκει ή τη βρίσκεις, σαν να ακούς ήχους από μέσα σου ή από μακριά, ήχους αλλόγλωσσους. Δεν αναπληρώνεται με τίποτα και δεν εξηγείται. Η Ρέα, ηρωίδα στη «Γραμμή του ορίζοντος» του Χρήστου Βακαλόπουλου, γράφει στη φίλη της Έρση: «μόλις εξηγήσεις κάτι αρχίζει μέσα σου να σχηματίζεται το αντίθετο». Καλή ώρα: δεν σκέφτομαι την έμπνευση με όρους απώλειας όσο με προσμονή και πείνα. Και με εμπιστοσύνη ότι θα ξανάρθει όταν θα είμαι έτοιμη. Στο μεταξύ: πολύ διάβασμα και δράση, πολλή ζωή.

Στην εποχή μας, του πλουραλισμού, των πολλαπλών και αόρατων συνάμα επιθέσεων, αλλά και της πολυεπίπεδης κρίσης, υπάρχει κάποια ποιητική που ενδέχεται να αποδειχθεί λιγότερο, από τις άλλες, ανεπαρκής;

Αν με τη λέξη ανεπαρκής εννοείτε αδιάφορη και θνησιγενής, εικάζω ότι τα ποιήματα που δεν αντιστάθηκαν, έστω για την τιμή των όπλων, στην εποχή τους θα διαλυθούν μέσα στη σκόνη των καιρών. Υποψιάζομαι όμως, γεμάτη ρεαλισμό και φρίκη, πως στο τέλος θα μείνει η σκόνη και θα σωθούν, όπως όταν γκρεμοτσακιζόμαστε υπνωτισμένοι στα ρήγματα στης Ιστορίας.

Θα έλεγες ότι τα όρια μυθοπλασίας και πραγματικότητας είναι, ιδιαίτερα για έναν συγγραφέα, καταδικασμένα στην ασάφεια;

Τα όρια ανάμεσα στην κυριολεξία και τη μεταφορά, που άλλοι τα λένε πραγματικότητα και μυθοπλασία, είναι συγκεχυμένα ήδη μέσα στη γλώσσα μας, απλώς εμείς τα διαχωρίζουμε για να επιβιώσουμε. Για παράδειγμα, χρησιμοποιούμε καθημερινά μεταφορές που πέθαναν από τη χρήση — λέγονται νεκρές μεταφορές. Η χρήση και η συνήθεια είναι φονικές επιτελέσεις. Ακόμη κι αν η ζωή μας δεν αλλάζει δραστικά ή άμεσα με τη λογοτεχνία (όπως φαντάζομαι υπονοείτε με τις λέξεις «ασάφεια» και «καταδίκη»), η λογοτεχνία, με τον εκτυφλωτικό της λόγο, το ψυχικό της σθένος, τα νέα και φρέσκα τραγούδια και οράματά της, όταν και εφόσον τα έχει κατακτήσει, μας προστατεύει από το να γίνουμε όπως μιλάμε: νεκρές μεταφορές αυτού του κόσμου.

Μπορούν, με κάποιο τρόπο, οι ποιητές να υπάρξουν έξω από την εποχή τους; Αθέλητα, έστω, το έργο τους αντικατοπτρίζει/αντικατοπτρίζεται (σ)το παρόν τους, αλλά και πέρα από αυτό;

Όπως όμορφα το έθεσε ο Εμπειρίκος: «Είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας». Αν το έργο ενσαρκώνει το ιστορικό παρόν, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να έκανε ήδη ένα άλμα στο μέλλον.

«Θυμάσαι τι είσαι/ κι αφήνεις το σαρκίο να πέσει,/ να γίνει ψαροκόκαλο στο στόμα αιμοβόρου», διαβάζει κανείς σε ένα ποίημα των «Χορευτών». Έχοντας επίγνωση της θνητότητάς μας, τι είναι αυτό που δύναται να εμποδίσει, κατά τη γνώμη σου, τη βέβαιη πτώση μας;

Στους «Χορευτές» προσπάθησα να αναζητήσω το υψηλό μέσα από την κόλαση, όπως όταν ανακαλύπτεις πετράδια σε ένα βομβαρδισμένο τοπίο. Το υποκείμενο στο ποίημα από όπου οι στίχοι εισέρχεται σε μια «μουσουλμανική», όπως την ονομάζει αιρετικά, «κατάβαση», για να τη νοηματοδοτήσει αλλιώς: ως επιθυμία για ζωή παρά την πτώση, ή μαζί με την πτώση, που άλλωστε υπήρξε πριν, ίσως και έξω από εμάς, μια μεγάλη αφήγηση που έγινε πραγματικά πιστευτή. Προς το τέλος του βιβλίου οι πρωταγωνιστές-χορευτές επιλέγουν να διαλυθούν μέσα στο ερωτικό ποίημα, να σκοτωθούν, γιατί η διάλυση σε σχέση με τους άλλους είναι και μια υψηλή ρομαντική πράξη, αλλά και «η ευκαιρία μας να ξαναγίνουμε ανθρώπινοι», όπως γράφει η Τζούντιθ Μπάτλερ. Ακόμη κι αν η ηθική των χορευτών είναι ακροβατική, σχεδόν ουτοπική, μας λένε πως, όταν είσαι ήδη σε κρίση, δεν έχεις χρόνο για τη μέλλουσα. Έχεις μόνο έναν θετικό τρόπο να πεθάνεις. Κι εγώ τους πίστεψα όταν μου είπαν: «Θεολογία, αντίο».

Ποιος έτερος ρόλος, τον οποίο ενίοτε ενδύεσαι, θα έλεγες ότι σε τρομάζει περισσότερο από τους άλλους;

Οι «Υφάντρες» υπήρξαν ένα ποίημα που άρχισε να γράφεται για κάτι πολύ προσωπικό. Κατέληξε κοινωνικοπολιτικό. Μιλά για το θάνατο και το βιασμό μεξικανών γυναικών στην πόλη Χουάρες αλλά εστιάζει και σε κάτι άλλο. Στο παράδοξο του να έχουν γίνει σύμβολα σε ένα ελληνόφωνο, για εκείνες ξένο, ποίημα. Ένιωσα την ανάγκη να τις φέρω στο ποίημα γιατί ένιωσα να διαβρώνομαι από τον κυνισμό, που ως γενιά έχουμε ζήσει πολύ έντονα και που είναι στη βάση του ατομικιστικός. Η ποιητική φωνή σπάει τη μετρική ομοιομορφία της στο τέλος του ποιήματος, γιατί η μεγάλη θλίψη αποσταθεροποιεί, είναι άμετρη, όπως όταν θρηνούμε για μια προσωπική μας απώλεια. Εκείνο που με τρόμαξε ήταν ακριβώς αυτό: ότι οι υφάντρες δεν ήταν ρόλος. Έγραφα με δεμένα τα χέρια.

«Ο χρόνος είναι σώμα ρευστό», διαβάζουμε πάλι στους «Χορευτές». Τι είναι αυτό που μένει από αυτή τη ρευστότητα;

Η αφηγηματική φωνή στο ποίημα ξέρει ότι η κοπέλα που κατακτά ερωτικά τον Ναπολέοντα θα πεθάνει. Γι’ αυτό της αφαιρεί από το δέρμα το λευκό χρώμα, να μη γίνει σάβανο αμέσως. Το κλάμα της αφηγήτριας για τον σχεδόν μοιραίο θάνατο της ηρωίδας ρευστοποιεί τόσο τα περιγράμματα των πραγμάτων, με αποτέλεσμα να βλέπει το σάβανο σαν λευκό πανό, τον πόλεμο ως ειρήνη. Έτσι το τέλος αναβάλλεται, υπερκαλύπτεται από την πεποίθηση ότι ο έρωτας, ανεξάρτητα από την έκβασή του, μπορεί να αποτελέσει πράξη χειραφέτησης. Τι μένει… Η δημιουργική συμμετοχή του αναγνώστη. Όταν ρευστοποιούνται τα περιγράμματα του κειμένου, υπάρχει το ενδεχόμενο να δώσεις νέο σχήμα στη ζωή σου.

Κλείνοντας, εξακολουθεί, Ευτυχία, το προσωπικό να είναι πολιτικό;

Δύσκολο ερώτημα για να απαντηθεί εδώ και μάλιστα απόλυτα. Στόχος τότε ήταν να επαναπροσδιοριστεί το πολιτικό μέσω του προσωπικού, το σύνθημα διατύπωνε την ανάγκη να εφαρμοστεί το δίκαιο στις σχέσεις κυριαρχίας που διαπερνούσαν την ιδιωτική σφαίρα, και δυστυχώς σε αρκετά μέρη του κόσμου είναι ακόμα επίκαιρο. Η αποϊστορικοποίηση του φεμινιστικού συνθήματος και η αναγωγή του σε γενική αρχή είναι ωστόσο επικίνδυνη. Αν αντικαταστήσουμε τις λέξεις «προσωπικό/πολιτικό» με τις λέξεις «ιδιωτικό/δημόσιο» ίσως γίνει πιο ξεκάθαρο αυτό που λέω. Η ταυτολογία οδηγεί σε μπούμεραγκ: σε μια προσωποποιημένη πολιτική όπου στοχοποιούνται κάποια πρόσωπα, ή στην άκριτη δημοσιοποίηση της ιδιωτικής μας ζωής. Οδηγεί στο εδώ και τώρα.

 

 

Bruno Mars | Gorilla

Ετικέτες

,

/Μην ουρλιάξεις απ’ τα φλας.
Ο φόβος σφαλίζει και ράβει
τα μάτια της Ιστορίας.
Τα χέρια μη βάλεις στ’ αυτιά.
Παλαιολιθικοί εραστές σε καλούν.
Ποιο πτώμα αγκάλιασαν στο σκούξιμό τους,
ποιο κρώξιμο κινδύνου πέτρωσε το βλέμμα τους
θα ομολογήσουν/

 

The Genius of the Crowd / Charles Bukowski

Ετικέτες

,

bukowski

Charles Bukowski

There is enough treachery, hatred violence absurdity in the average
human being to supply any given army on any given day

and the best at murder are those who preach against it
and the best at hate are those who preach love
and the best at war finally are those who preach peace

those who preach god, need god
those who preach peace do not have peace
those who preach peace do not have love
beware the preachers
beware the knowers

beware

those who

are always

reading

books
beware those who either detest poverty
or are proud of it
beware those quick to praise
for they need praise in return
beware those who are quick to censor
they are afraid of what they do not know
beware those who seek constant crowds for
they are nothing alone
beware the average man the average woman
beware their love, their love is average
seeks average

but there is genius in their hatred
there is enough genius in their hatred to kill you
to kill anybody
not wanting solitude
not understanding solitude
they will attempt to destroy anything
that differs from their own
not being able to create art
they will not understand art
they will consider their failure as creators
only as a failure of the world
not being able to love fully
they will believe your love incomplete
and then they will hate you
and their hatred will be perfect

like a shining diamond
like a knife
like a mountain
like a tiger
like hemlock

their finest

art

«Ο Καβάφης, στο σχολείο και στην ποίηση» | της Ευτυχίας Παναγιώτου

Ετικέτες

, ,

cover_FINAL2.jpg

Πίνακας: Γιάννης Κολιός

Όταν πρωτοάρχισα να καταστρώνω ποιήματα –γιατί και πώς και κάτω από ποιες συνθήκες κανείς δεν γνωρίζει, κι αυτό είναι το ωραίο–, ο καβαφικός Θεόκριτος ενσάρκωνε τον πόθο μου να συναντήσω τον ιδανικό δάσκαλο. Ήθελα κάποιον να μου πει αν λοξοδρόμησα, αν έπρεπε να συνεχίσω στην ίδια τροχιά ή να του στρίψω.

 

«… Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει

να ’σαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.

Εδώ που έφτασες, λίγο δεν είναι·

τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.

Κι αυτό ακόμα το σκαλί το πρώτο

πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.

Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο

πρέπει με το δικαίωμά σου να ’σαι

πολίτης εις των ιδεών την πόλι …»

 

Αυτά μου είπε. Τόσα πρέπει μόνο σε ένα καβαφικό —κυρίως ψευδοϊστορικό— ποίημα χωράνε και πουθενά αλλού. Γι’ αυτό μάλλον τον αγαπούσαμε τον Καβάφη στο σχολείο και τον ακούγαμε, παρότι ήταν κι εκείνος δάσκαλος που μιλούσε για τα πολύ παλιά, για όσα συνέβησαν προτού κανείς διανοηθεί την εποχή που γεννηθήκαμε. Τότε, ό,τι ερχόταν απ’ το παρελθόν μάς ήταν ξένο, άψυχο, τρομακτικό κι όσοι μάς το επέβαλλαν φαίνονταν κενολόγοι, άκαρδοι και δαίμονες. Τα πρέπει μύριζαν διδακτισμό· δεν θέλαμε να σκύψουμε. Θυμάμαι έναν ξερακιανό στο έδρανο που αγόρευε κι εμάς που γράφαμε κρυφά σε ραβασάκια στίχους για «το μεγάλο Ναι» και «το μεγάλο το Όχι» (που πλέον έγιναν κοινό τραγούδι) και γι’ άλλα διάφορα, για ταξίδια και «Ιθάκες», για την έκθεση στην «καθημερινήν ανοησία» και τις συναναστροφές. Ήταν τα λόγια του γέρου σοφού από τα βάθη. Ήταν τα λόγια του όπως τα νιώσαμε στην εφηβεία.

Τώρα στη μνήμη άλλος ένας καθηγητής ξεπηδά, που αποστρεφόταν σφόδρα τον Καβάφη αλλά επέμενε να τον διαβάζουμε: επιλεκτικά. Σπέρνοντας ανέμους, θέριζε όμως και θύελλες, γιατί κάποιοι καταλάβαιναν. Μέχρι και τα παιδιά που τόσο «φανατικά για γράμματα» δεν ήταν, ούτε πρόωρα ωριμασμένα και λυπημένα, έβρισκαν φιλόξενους τους στίχους του, συναντούσαν εκεί τη χαμένη τιμή της Νεότητας. Μια εύθραυστη, καταπώς την αντιλαμβάνομαι τώρα, υπερηφάνεια. Αλλιώτικη από τις άλλες τις εθνικές.

Εκείνα τα καβαφικά «τουλάχιστον», τα «όσο μπορείς» με πείθαν όμως περισσότερο. Επεφύλασσαν επιείκεια· μια καλοσύνη. Σαν να μας έλεγε ο γέροντας χτυπώντας μας τον ώμο φιλικά να ζήσουμε όπως θέλουμε αλλά να έχουμε το νου μας. Όχι για τιμωρίες που θέριευσαν σε απολιθώματα του χρόνου και για ηθικολογίες που δεν σκαμπάζαμε, μα για τον κίνδυνο να γίνουμε εχθροί του εαυτού μας από αμέλεια. Η ελευθερία που ποθούσαμε φύλαγε κινδύνους ωρολογιακής βόμβας.

Δεν μας εξέθετε, θέλω να πω, ποτέ ο δάσκαλος Καβάφης. Σεβόταν την ευάλωτη κι ευέξαπτη ηλικία μας, τα τρυφερά αισθήματα. Γι’ άλλους προγόνους έγραφε που τύχαινε και να μας μοιάζουν· στην ψυχολογία, στα φερσίματα. Κι ενώ δεν έφερναν σε ήρωες (όπως τους φανταστήκαμε ή όπως τους είχαμε μάθει με κάτι νά μεγάλα σώβρακα), μπήκαν σε ποιήματα, αφύσικες καρικατούρες, κι έπειτα θα ζούσαν για πάντα. Για πάντα. Σαν πρόσωπα μιας χορωδίας με πατριωτικά τραγούδια που τα τσαλακώσανε, που οι παραφωνίες τους σήκωσαν μπαϊράκι σε σιδερωμένες παρτιτούρες. Δεν ήταν ανυπότακτοι, μονάχα αδέξιοι. Κι ο Καβάφης τούς καλούσε στο προσκήνιο, τους χάρισε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, τους αγάπησε. Έτσι παρηκμασμένοι και ωραίοι, δεν ήταν ίδιοι με κανέναν. Ήταν ερωτικοί, μαζί και τραγικοί. Όπως η αλήθεια.

Στις λέξεις του Καβάφη, οι υπό διωγμόν έρωτες απελευθερώνονταν με μια συναίσθηση των ορίων τους τραγική. Η ελευθερία τους πήγαζε από μια σπάνια δεξαμενή αξιών που κάποιοι δεν άντεχαν ούτε σαν εικόνα να φέρουν στο μυαλό τους.

 

«Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,

όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,

αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα

γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,

κ’ ετρέμανε μες στην φωνή — και κάποιο

τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε …»

 

Όσο πιο απαγορευμένος και «άτυχος» ο έρωτας, πιο έρωτας. Όσο πιο ανέφικτος, πάνω στη σελίδα γίνεται σάρκα· ακόμη πιο έρωτας.

 

«… Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,

μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες

εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν,

θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·

πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα».

 

Μα ας μην προτρέχω. Αυτά θα τα μαθαίναμε αργότερα: ένα «Σύνταγμα της ηδονής», για παράδειγμα, δεν γινόταν ποτέ να αντικαταστήσει την εθνογραφημένη μας ποίηση. Οι «ανδρείοι της ηδονής» δεν έπρεπε να αποτελέσουν πρότυπα μίμησης των νέων.  Όμως ο χρόνος παρελαύνει με ριγμένες τις μάσκες του και σκληρά πολύ μας προσπερνάει.

Δεν έχουν θέση στο σχολείο οι επιθυμίες των παιδιών, γιατί; Μέσα μας, κι εκεί έξω, φλεγόταν κάποιο ιδανικό· έπρεπε να το κατακτήσουμε. Κι επειδή δεν ξέραμε πολλά από επαναστάσεις αλλά μας στένευαν κι οι νόρμες, ο ήρεμος Καβάφης με δίδασκε πώς να βγαίνω στα κλεφτά απ’ το δωμάτιο του «λόγου», ή, όποτε τα έβρισκα κομμάτι σκούρα, τα γνωστικά και θλιμμένα του μάτια μού ένευαν να κοιτάξω σε ένα πελώριο παράθυρο με παρτέρια. Με έναν ιδεαλισμό, είν’ αλήθεια: με εκείνη την αθώα ξεροκεφαλιά που και τώρα δεν μου είναι ξένη. Το είχε πει ο Καβάφης: έπρεπε να είμαστε διαφορετικοί αν αυτό ήμαστε.

Η ξεροκεφαλιά είχε και πόνο. Και τύψεις. Και κλάματα πολλά. Τίποτε δεν είναι εύκολο ενόσω ενηλικιώνεσαι. Ήταν η απαρχή μιας κακοτράχαλης ανάβασης που δεν πρόλαβε να το σκεφτεί, αφουγκράστηκε μονάχα στίχους:

 

«… Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι

και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.

Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας

που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης …»

 

Είναι πολλοί οι «Νομοθέτες». (Κι οι «τυχοδιώχτες» πολλοί, μα ας τους κλείσω σε καβαφική παρένθεση.) Ανάμεσα σε προσωπεία δεν ξεχωρίζεις τους καλούς, και πια δεν κακίζω όσους μετρούσαν με τα δάχτυλα και τα κουνούσαν. Εννοώ πως είναι ακόμα δύσκολο για μια ελληνίδα ποιήτρια να «πολιτογραφηθεί» αβίαστα ή αναίμακτα. Κι αν «πολιτογραφηθεί», ενδέχεται κι ίδια καχύποπτη να γίνει απέναντι στους «Νομοθέτες» της· κι απέναντι στον εαυτό της.

 

*

 

Πώς κεντρώνεται λοιπόν το περιθώριο και η διαφορετικότητα σε μια δεδομένη ιστορική συγκυρία; Πώς μεσουρανεί ένας ποιητής με τη μιγάδα του γλώσσα, τους αμήχανους παρηκμασμένους «ελληνικούς» ήρωές του και τη σημαία τού ομοερωτικού πόθου προβεβλημένη στις αρχές του 20ού αιώνα; Υποψιάζομαι πως ο στυλίστας ο Καβάφης μελέτησε πολύ, μα δεν καταδέχτηκε να μιμηθεί ό,τι του ήταν «φορτικό» και «ξένο», και πως το απόλυτα οικείο του το προστάτευσε, προβάλλοντάς το σε μάσκες που, μονολογώντας τάχατες, μας μιλούσαν δραματικά. Αποκάλυπτε κι έκρυβε το πρόσωπό του με ποιητικά τεχνάσματα. Άλλα δικά του, άλλα όχι.

Το αδηφάγο μάτι μας δεν μπόρεσε έτσι να τον βρει. Κι έγιναν όλα σταδιακά αποδεκτά: κυρίως η ειρωνεία. Κι ο Κωνσταντίνος, «απών», δεν πρόδωσε κανέναν: μήτε τους δασκάλους του τού γαλλικού συμβολισμού, του αγγλικού ρομαντισμού και του αισθητισμού, μήτε τη ζωή του, που δεν έτρεξε πριν από τα ποιήματα, μήτε κάποιους αναγνώστες του που έβλεπαν επιτέλους την ψυχρή μητροπολιτική Ιστορία υπό το πρίσμα του κοσμοπολιτισμού της περιφέρειας. Μήτε τους ποιητές που τον θαύμασαν πρόδωσε. Γιατί η ποίηση δεν είναι μονάχα μαθητεία. Είναι και επινόηση σε γερά (πολύ προσωπικά και βιωμένα) κρατήματα. Και μας προειδοποιεί: να φυλάτε τα νώτα σας.

Τιμώ αυτό τον σοφό που, όντας αμίμητος, με δίδαξε πολλά. Αν γινόμουν ένας Ιασής, ένας Καισαρίωνας, ο Αντώνιος, ο Δαρείος, ή οποιοσδήποτε αντιήρωας της μυθιστορίας του, θα υπέφερα μες στις παράκαιρες και παράταιρες παρενδυσίες. Και πώς θα αναπαριστούσα τα τρυφερά αυτά πρόσωπα, τα «δικά του», που αχνοφέγγουν μες στα χαλάσματα;

Στα ποιήματά σου, Καβάφη, ούτε μία γυναίκα που να ανακουφίζει. Η Άννα, βέβαια, έγραφε: απέδρασε απ’ το Κακό με λέξεις.

Δεν φτάνει να το σκάμε απ’ την έξοδο κινδύνου. Να φεύγουμε απ’ την κύρια είσοδο, ούτε λόγος. Απόδραση απ’ το παράθυρο. Για εκείνο το παράθυρο.

 

* Δημοσιευμένο στον τόμο Κ.Π. Καβάφης. Κλασικός και μοντέρνος, ελληνικός και παγκόσμιος, επιμ. Κώστας Βούλγαρης, poema, 2013

b189409

Ποιητικό κολάζ

poiitiko_ergastiri-6

Υποσημείωση του ποιητικού ασυνείδητου:

«Τώρα,

παρακμάσανε οι ήρωες· πέρασε η μόδα τους. Κανένας

δεν τους επικαλείται ούτε τους μνημονεύει. Όλοι ζητάμε αντιήρωες»

 

Γιάννης Ρίτσος, ποίημα «Μεταμορφώσεις», συλλογή «Επαναλήψεις β'»,

Ποιήματα Ι, σ. 40

 

 

 

 

Ανδρέας Εμπειρίκος | «Στροφές Στροφάλλων»

Ετικέτες

, , , , ,

WP_20160623_17_54_20_Pro

 

 

WP_20160623_17_54_44_Pro

Εμπειρίκος & Καρυωτάκης

Ετικέτες

, ,

kariotakis

«Να τον αγαπάτε»

Γνώρισα τον Εμπειρίκο διά της αντιθετικής οδού, αυτής του Καρυωτάκη. Ήταν εποχές που τα θέματα διατυπώνονταν —στα σχολεία, στις σχολές, από τους μεγάλους— απλά και ξάστερα: ο Εμπειρίκος θα ήταν το σωσίβιό μου από την απαισιοδοξία. Η Οκτάνα ήταν ωστόσο η απάντηση του ποιητή στον Καρυωτάκη, ένα «Μνημόσυνον σε μαύρο μείζον / με βαθυπράσινους κισσούς για έναν / άνθρωπο που εις την Πρέβεζαν εχάθη»:

«Μη πήτε λοιπόν ποτέ, ότι ο ποιητής αυτός δεν είχε ιδανικά, και την υστάτην πράξιν του δειλίαν μη την πήτε, μα πάντοτε να ενθυμήσθε, ιδίως όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες και βλέπετε κάποιον κατάκοπον εις την σκιάν των να κοιμάται πάντα να ενθυμήσθε ότι αυτό που λέγεται Ειμαρμένη από δρόμους πολλούς μας έρχεται και προς σημεία απροσδόκητα συχνά πηγαίνει».

Δεν ξέρω αν ο Εμπειρίκος εφευρίσκει τη Μοίρα για να απαλλάξει τον ποιητή από την ευθύνη του θανάτου. Ξέρω όμως ότι η προτροπή του να μην ξεχνάμε τον «άσπρον άγγελον με τα κατάμαυρα πτερά» δίνει στον Καρυωτάκη πίσω τα φτερά που του τσάκισαν, καθώς και την αγγελική του μορφή, το ανεστραμμένο ρομαντικό του Ιδανικό.

Η υπέρβαση στην Οκτάνα γίνεται «παρά τον θάνατον». Με συνείδηση πια ότι η ψυχική απελευθέρωση δεν είναι ένας υπερρεαλιστικός λεκτικός αυτοματισμός, ότι η ποίηση, διόλου αθώα, οφείλει να αντιστρέφει στρατηγικά τους όρους ενός επικίνδυνου παιχνιδιού: με ομιλούντα τεχνάσματα και με αδιανόητα —για κάποιους— οράματα. 5583-news.o-fotografos-andreas-empeirikos

Ο υπερρεαλισμός του Εμπειρίκου αξίζει να ιδωθεί ως μια επανάσταση των ενστίκτων που σκανδάλισε όπως σκανδάλισε από την ανάποδη ο Καρυωτάκης. Οι λόγοι είναι οι ίδιοι, ο τρόπος διαφέρει. Και ίσως αυτό με δίδαξαν τα ποιήματά του: πρέπει να πούμε τα λόγια αλλιώς. Με συναίσθηση ότι τα ρήματα υπάρχουν για να εκτοπίζουν τα επίθετα, οι στίχοι για να γίνονται ενεργήματα (ποτέ παθήματα), κι ο ποιητικός λόγος για ν’ ανταγωνίζεται την πραγματικότητα.

Ο Εμπειρίκος γράφει το μεγαλύτερο πεζό ποίημα που έγραψε ποτέ για κάποιον, κι είναι για τον Καρυωτάκη. Κλείνει το θρόισμα των στίχων του με το ονοματεπώνυμο ενός μεγάλου αυτόχειρα. Και με την προτροπή: «να τον αγαπάτε». Ενώ είναι γνωστό σε όλους μας ότι οι ποιητές σπάνια αγαπάνε άλλους ποιητές.

{Δημοσιευμένο στο κυπριακό ένθετο Ηδύφωνο, 2/8/2015}

Δημήτρης Αθηνάκης, «Λίγος χώρος για τον ξένο» {ποίημα σ. 78}

Ετικέτες

, , , ,

DSC_0337

 

Όσες παρομοιώσεις, όσες μεταφορές κι αν

χρησιμοποιήσεις, η φύση, ο κόσμος,

αυτό που βλέπεις θα σε ξεπεράσει

 

Η γιαγιά μου, γυναίκα της Κυριακής στην

εκκλησία, έριχνε, θυμάμαι, μαχαίρι στο χαλάζι,

να το κόψει· μαχαίρι στο θεό. Σ’ ένα θεό που

αυτοκτονεί τις Κυριακές, ενώ εσύ ανασταίνεσαι

μαζί του πριν απ’ το μεσημεριανό και αφού

σε πάρει ο ύπνος στην καρέκλα.

 

Νέα γλώσσα. Μαθαίνω. Ολοκληρώνω

τις απώλειες.

 

Ο καιρός δε φτάνει. Χάνεται ο ήλιος. Νυχτώνει,

και είμαι ακόμα ξαπλωμένος. Κάνω το σταυρό

μου. Τον παίρνω πίσω. Εκείνο το αγκάθινο στεφάνι

μού είναι μικρό.

 

Δε θα θυσιαστώ αυτόν το μήνα.

Χρωστάω νοίκια.

 

Διαφέρω από τους άλλους

όσο δεν τους χαλώ τον ύπνο.

_20160622_120934

«Λευκό πανό»| της Ευτυχίας Παναγιώτου

Ετικέτες

, , , , ,

Rogers_a-whisper-of-eternal-peace

A Whisper of Eternal Peace | by Christy Lee Rogers

 

{απόσπασμα}

Σκύβει πολύ ο Ναπολέων να κοιτάξει
στα τρεμάμενα πόδια του το φως,
την έκσταση και τον θολό καθρέφτη του•
όλους τους άντρες που αγάπησαν•
την Ιστορία, τη διάτρητη υδρόγειο,

κι η Γαλλία να λάμπει σαν εικασία,
φλέβα που διαποτίζει το χάρτη,

 

όλο το ποίημα εδώ: http://y.youropia.gr/2015/12/02/lefko-pano/

 

«Απόψε θέλω παρέα» [Οι Αισθηματίες]

Ετικέτες

, , , ,

 

απο την ταινία του Νίκου Τριανταφυλλίδη Οι Αισθηματίες

Μουσική-Στίχοι-Παραγωγή:The Boy
Ερμηνεία: Kat Papachristou
Ηχογράφηση-Μίξη: callmelazy @ Soundflakes Studios
Μαστερινγκ : Γιάννης Χριστοδουλάτος @ Sweetspot Studios

«Η Πόλη των Νεκρών Γυναικών», Χουάρες

Ετικέτες

, ,

1006688_romero_juarez_003

Φωτογραφία: Gabriel Romero

 

Οι υφάντρες

Παγιδεύτηκαν σ’ ένα κακόφημο ποίημα.
Τα μαλλιά τους αλωνίζουν κυνηγοί κεφαλών.
Και στο στόμα λεπίδι, η ποινή στον αγρότη,
πνιγαλίων κι ο φόβος, χρηματίζει σαν φίλος.

Την ηχώ τους φιμώνει ο Φωνομέτρης χαφιές.
Ήχοι είναι, θα πούνε· δεν ακούγονται όλοι.
Τα παράθυρα κλείνουν και οι πόρτες κλειδώνουν
και ο τάφος πλευρίζει τον τυχαίο διαβάτη.

Μόνο η τραγωδός η σοπράνο
τον κουρέα αγγέλλει εφιάλτη.
Το χέρι υφάντρας θα υψώνει,
που το νέο της σώμα διασχίζει
ο ροζ σατράπης σταυρός.

Στου Μεχίκο τ’ αφιόνι, ερημιά και αλάνες.
Είναι βρόχι ο σπόρος, το λαρύγγι τους σφίγγει.
Λαναρίζονται νύφες και στο μάτι μπαμπάκι.
Στη φωνή σου η άμετρη θλίψη. Κι ο Μπαχ.

{Ευτυχία Παναγιώτου, Χορευτές, 2014}

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 99 ακόμα followers